ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα οικονομικά του Σκρουτζ και η πραγματική αξία των δώρων

Τον Ιανουάριο του 1993 o καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, Τζόελ Γουολντφόγκελ, ζήτησε από 86 προπτυχιακούς φοιτητές του να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: «Σας άρεσαν τα χριστουγεννιάτικα δώρα σας;». Επειδή, όμως, ο προαναφερθείς είναι καθηγητής Οικονομικών έθεσε με περισσότερη ακρίβεια το ζήτημα, ρωτώντας τους ευθέως πόσο θα είχαν πληρώσει εάν αγόραζαν οι ίδιοι για τον εαυτό τους τα εν λόγω δώρα. Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά, αν μη τι άλλο για όσους πρόσφεραν τα δώρα. Οι φοιτητές απάντησαν πως τα δώρα κόστισαν 438,20 δολάρια, αλλά εκείνοι θα έδιναν γι’ αυτά 313,40 δολάρια.

Δύο μήνες αργότερα, ο ίδιος καθηγητής υπέβαλε ένα συναφές ερώτημα σε άλλα 58 άτομα: «Πόσο ρευστό θα χρειαζόταν για να μην υπάρχει γι’ αυτούς διαφορά μεταξύ ενός δώρου και του αντίστοιχου χρηματικού ποσού». Οι 58 υπολόγισαν τα δώρα τους στα 508,90 δολάρια κατά μέσον όρο, αλλά είπαν πως θα ήταν ευχαριστημένοι με 462,10 δολάρια σε ρευστό.

Στα πορίσματα της έρευνάς του απεφάνθη ότι μεταξύ ενός δεκάτου και ενός τρίτου της αξίας των χριστουγεννιάτικων δώρων καταστρέφεται από την ίδια την πράξη της προσφοράς τους. Οπότε, εάν αυτό γενικευθεί σε επίπεδο αμερικανικής οικονομίας, οι απώλειες είναι δισεκατομμύρια δολάρια.

Παραλληλίζοντας το παράδειγμα των δώρων με τις κρατικές παροχές, ο Τζόελ Γουoλντφόγκελ επισημαίνει ότι στη δεύτερη περίπτωση οι απώλειες είναι ισοδύναμες ή και μικρότερες. Εκτοτε, ο πανεπιστημιακός έχει ταυτιστεί με την οικονομική πτυχή της ανταλλαγής δώρων στις γιορτές και τα πορίσματά του έχουν λάβει ευρεία δημοσιότητα. Το σχετικό βιβλίο του θα μπορούσε να μεταφραστεί ως εξής: «Τα οικονομικά του Σκρουτζ: Γιατί δεν πρέπει να κάνετε δώρα τα Χριστούγεννα». Ωστόσο, η άποψη του Τζόελ Γουολντφόγκελ δεν αποτελεί την κοινή συνισταμένη των οικονομολόγων επί του θέματος.

Το αντικείμενο έχει τιμή, το συναίσθημα όχι

Είναι συνηθισμένο την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς να ερωτώνται οι οικονομολόγοι για θέματα σχετικά. Στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Μπου του Πανεπιστημίου του Σικάγου η ερώτηση ήταν το «εάν η προσφορά δώρων είναι αναποτελεσματική, εφόσον οι παραλήπτες ικανοποιούν καλύτερα τις ανάγκες τους με ρευστό». Μόνο 17% συμφώνησαν, ενώ ένα 54% διαφώνησε και οι υπόλοιποι δεν γνώριζαν. «Αυτή η κοντόφθαλμη προσέγγιση δικαιολογημένα δημιουργεί κακή εντύπωση για την επιστήμη των οικονομικών», επισημαίνει ο Ανγκους Ντίτον του Πρίνστον. «Τα χρήματα, πάντως, θα άρμοζαν καλύτερα από ένα δώρο, εάν δώσεις έναν πολύ στενό ορισμό του προβλήματος. Η εκτίμηση, που προκύπτει, είναι πολύτιμη, αρκεί να μην περιοριστείς σε αυτήν». Από την πλευρά της η πανεπιστημιακός του Γέιλ Τζούντι Σέβαλιερ συμφώνησε για την αναποτελεσματικότητα του δώρου, αλλά αναγνωρίζει την ορθότητα των λεγομένων του κ. Ντίτον. «Εάν ρωτήσεις τους ανθρώπους μετά τα Χριστούγεννα πόσο αποτιμούν το πουλόβερ που τους δώρισες, σχεδόν πάντα δίνουν μια τιμή χαμηλότερη από την πραγματική», τόνισε η οικονομολόγος. «Αυτό δεν σημαίνει ότι έχω σταματήσει να κάνω δώρα».

Κατόπιν όλων τούτων, φαίνεται ότι στην έρευνα του Τζόελ Γουολντφόγκελ δόθηκε εντολή στους συμμετέχοντες να αποφύγουν να αξιολογήσουν τη συναισθηματική αξία των δώρων τους. Τις περισσότερες φορές, όμως, το μεγαλύτερο τμήμα της αξίας ενός δώρου είναι η συναισθηματική του αξία.

Ωστόσο, η προαναφερθείσα έρευνα δεν είχε την πρόθεση να εισδύσει στα δύσβατα νερά των συναισθημάτων. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα πορίσματά της δεν είναι σημαντικά για όλους όσοι προσφέρουν δώρα. Θα πρέπει να είσαι ένας απίστευτα καλός καταναλωτής, ώστε να μπορέσεις να δαπανήσεις για κάποιον 25 δολάρια με καλύτερο τρόπο από ό,τι εκείνος θα το κάνει για τον εαυτό του. Εάν, λόγου χάριν, αγοράσεις ακουστικά κινητού ή βιντεοπαιχνίδι για κάποιον που δεν γνωρίζεις καλά, είναι προτιμότερο να του προσφέρεις ρευστό.

Ο παππούς και η γιαγιά σκέπτονται συνήθως πιο ορθολογικά…

Ενα από τα ενδιαφέροντα πορίσματα της έρευνας του Τζόελ Γουολντφόγκελ είναι πως τα δώρα από αδέλφια, γονείς και άλλους πολύ οικείους ανθρώπους πολύ σπάνια ή και ουδέποτε αλλάζονταν, ενώ στην περίπτωσης της θείας και του θείου η αλλαγή ήταν πολύ συχνή.

Οταν δε επρόκειτο για γιαγιάδες και παππούδες, εκεί αποδεικνύεται πως από πλευράς οικονομικής είναι οι άνθρωποι οι οποίοι σκέπτονται πιο ορθολογικά. Το 40% και πλέον από τα δώρα τους δίδεται σε μορφή ρευστού.

Οσοι, πάντως, προσφέρουν δώρα έχουν ένα πλεονέκτημα, ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες γνωρίζουν επαρκώς τους παραλήπτες. Τότε, μπορούν να τους προσφέρουν ένα αντικείμενο, που θέλουν απελπισμένα, αλλά δεν θα το αγόραζαν οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τρόπο παράλογο στο να αποφύγουν να χάσουν, όταν έχουν να κάνουν με χρήματα.

Οπως εξηγεί ο πανεπιστημιακός του ΜΙΤ Ντέιβιντ Οτορ, υπάρχουν πράγματα που δεν θα τα αγόραζες για τον εαυτό σου, αλλά εάν τα είχες, δεν θα τα πουλούσες στην αγοραία τιμή τους. Δεν θα αγόραζα εισιτήρια της Μπιγιονσέ αντί 200 δολαρίων ούτε, εάν τα είχα, θα τα πουλούσα τόσο». Οσοι κάνουν δώρα, θα προσφέρουν στους δικούς τους όσα εκείνοι δεν θα τολμούσαν να προσφέρουν στον εαυτό τους. Τέλος, πάντα υπάρχουν τα δώρα με συναισθηματική αξία, τα οποία, ακριβώς λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, είναι δυσεύρετα. Οι οικονομολόγοι, πάντως, θα σας έλεγαν ότι όσο σπανιότερο είναι κάτι, τόσο υψηλότερη είναι η αξία του.