ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καθίζηση κατά 40% στην αγορά ακινήτων της Κύπρου το 2013

kathizisi-kata-40-stin-agora-akiniton-tis-kyproy-to-2013-2001787

Η αγορά ακινήτων στην Κύπρο κατέρρευσε το 2013, καθώς οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά περίπου 40% σε σχέση με το 2012 και βρίσκονται πλέον μόλις στο 30% των πωλήσεων που διενεργήθηκαν το 2000. Παράλληλα, η χορήγηση στεγαστικών δανείων τον Νοέμβριο μειώθηκε κατά 5,3% σε ετήσια βάση, ποσοστό που είναι το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί ποτέ.

Ο τομέας των ακινήτων αποτελούσε, προ κρίσης, έναν από τους βασικούς πυλώνες της κυπριακής οικονομίας. Οχι πια. Επιπλέον, με τον τραπεζικό τομέα να διέρχεται μια πολύ δύσκολη περίοδο, δεν υπάρχει και προοπτική μεσοπρόθεσμης ανάκαμψης στην αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 2013 κατατέθηκαν 3.767 πωλητήρια ακινήτων, έναντι 6.269 το 2012 και 12.663 το 2000. Η χρηματοπιστωτική ασφυξία, σε συνδυασμό με την ύφεση και την αβεβαιότητα για το μέλλον της οικονομίας, αποθαρρύνει πιθανούς αγοραστές ακινήτων και προκαλεί υποχώρηση των τιμών. Ο φαύλος κύκλος ενισχύεται από την απομόχλευση στην οποία προχωρούν νοικοκυριά, επιχειρήσεις και τράπεζες τα τελευταία χρόνια, η οποία αναμένεται να συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα. Η άλλη πηγή ζήτησης, οι ξένοι επενδυτές, επίσης δεν φαίνονται στον ορίζοντα, τουλάχιστον μέχρι να αρθεί η κατάσταση αβεβαιότητας που υπάρχει στην Κύπρο και τα μέτρα περιορισμού της κίνησης κεφαλαίων που φυσικά αποθαρρύνουν οποιονδήποτε ξένο επενδυτή.

«Η αγορά ακινήτων έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία τέσσερα χρόνια διότι μειώθηκε κάθετα η ζήτηση από ξένους. Μέχρι το 2003 οι ξένοι έκαναν το 20% των συναλλαγών και το 2007 το ποσοστό είχε φτάσει στο 53%», εξηγεί στην κυπριακή ιστοσελίδα Stockwatch ο κ. Παύλος Λοΐζου, της εταιρείας Leaf Research. Το εξαιρετικά αρνητικό περιβάλλον που έχει προκύψει αντανακλάται και στην πτώση των τιμών κατοικιών. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Κύπρου, το γ΄ τρίμηνο του 2013 οι τιμές των κατοικιών μειώθηκαν κατά 7,2% σε ετήσια βάση. Παρ’ όλη την κρίση, η τιμές των κατοικιών εξακολουθούν να είναι υψηλότερες απ’ ό,τι ήταν το 2006.