ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ευκαιρία του Ολάντ να προχωρήσει σε πραγματικές μεταρρυθμίσεις

i-eykairia-toy-olant-na-prochorisei-se-pragmatikes-metarrythmiseis-2002387

Κάθε τόσο, οι Γάλλοι και οι Βρετανοί εμπλέκονται σε ρητορικούς καβγάδες, ανταλλάσσοντας προσβολές, αλλά αυτός που διαδραματίζεται τώρα είναι βλακώδης.

Ξεκίνησε με ένα άρθρο στον οικονομικό Τύπο του Λονδίνου, στο οποίο γινόταν αναφορά στο γαλλικό «αποτυχημένο σοσιαλιστικό πείραμα», άρθρο το οποίο ενόχλησε τόσο πολύ τον Γάλλο πρέσβη, ώστε απάντησε με δεκασέλιδο άρθρο στην ιστοσελίδα της πρεσβείας και στη συνέχεια τη σκυτάλη πήραν Βρετανοί και Γάλλοι πολιτικοί. Ο Γάλλος πρεσβευτής στο Λονδίνο δικαίως διαμαρτυρήθηκε ότι η γαλλική οικονομία δεν αποτελεί μια έρημο μετριότητας την οποία έχουν εγκαταλείψει όλοι οι δημιουργικοί άνθρωποι: Διαθέτει υποδομές και εταιρείες παγκόσμιας κλάσης, ενώ το φαγητό και το κρασί δεν είναι άσχημα. Ωστόσο, η ουσία του άρθρου ήταν ότι το γαλλικό οικονομικό μοντέλο έχει, πλέον, φτάσει σε ένα σημείο όπου απωθεί το κεφάλαιο και το ταλέντο. Γι’ αυτό η διακήρυξη του Γάλλου προέδρου, Φρανσουά Ολάντ, την περασμένη εβδομάδα, ότι οι Γάλλοι πρέπει να διορθώσουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα –διαφορετικά η Γαλλία θα γίνει ασήμαντη– ήταν τόσο σημαντική.

Εχουμε, λοιπόν, τον άνθρωπο που προσπάθησε να κυβερνήσει ως σοσιαλιστής, αντικαθιστώντας τη μεταρρύθμιση με υψηλότερους φόρους, να παραδέχεται δημοσίως τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Γαλλία στην παγκοσμιοποιημένη αγορά και να απαιτεί αλλαγές προκειμένου να ενισχύσει την αναιμική ανάπτυξη της χώρας του και τη μείωση της ανεργίας, που βρίσκεται στο 11%. Ωστόσο, η μεταστροφή του κ. Ολάντ δεν προχώρησε μέχρι τέλους.

Κατ’ αρχάς, δεν είναι καλός οιωνός ότι συνέδεσε τις μεταρρυθμίσεις με την πρόσληψη συγκεκριμένου αριθμού εργατών από γαλλικές εταιρείες. Αυτό θα ταίριαζε στη σοβιετική κυβέρνηση, όχι σε μια οικονομία της αγοράς. Ο κ. Ολάν δεσμεύτηκε να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες κατά 50 δισ. ευρώ, ωστόσο δεν πρόκειται για νέο μέτρο. Επίσης είπε ότι θα μειώσει τις εργοδοτικές εισφορές των εταιρειών κατά 30 δισ., αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για αντικατάσταση φοροαπαλλαγής που λήγει σύντομα. Συνολικά, η ελάφρυνση των γαλλικών επιχειρήσεων θ’ ανέλθει στα 10 με 15 δισ. ευρώ, ποσό που είναι λιγότερο από το 1% της κερδοφορίας των γαλλικών εταιρειών, δηλαδή δεν είναι επαρκές ώστε ν’ αρχίσουν οι εταιρείες να προσλαμβάνουν.

Το γαλλικό Δημόσιο απλώς παραμένει πολύ μεγάλο –απορροφώντας το 57% του ΑΕΠ– και πνίγει την οικονομία. Πρέπει να μειωθεί προς το 49%, που είναι ο μέσος όρος της Ευρωζώνης. Το μη μισθολογικό κόστος στη Γαλλία είναι ελάχιστα πάνω από το 50% του μισθού ενός νεοεισερχόμενου στην αγορά εργασίας και παραμένει το υψηλότερο στον ΟΟΣΑ. Και αυτό πρέπει να μειωθεί προς τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που είναι το 42% του μισθού. Πολύ υψηλή, στο 33%, παραμένει και η φορολογία των επιχειρήσεων, ούσα κατά περισσότερο από 50% υψηλότερη από τη βρετανική.

Αυτές οι επιβαρύνσεις, όμως, δεν είναι ο μόνος λόγος που οι εταιρείες διστάζουν να προσλάβουν εργαζομένους. Υπάρχει και η δυσκολία να απολύσει κανείς οποιονδήποτε εργαζόμενο. Γι’ αυτόν το λόγο συχνά προσφέρονται στους νεοπροσλαμβανόμενους συμβόλαια ορισμένου χρόνου. Επιπλέον, η Γαλλία βρίσκεται στην 71η θέση όσον αφορά την αποδοτικότητα της αγοράς εργασίας. Αναμφίβολα, ο κ. Ολάντ δεν προκάλεσε αυτά τα προβλήματα. Κληρονόμησε τις αρνητικές επιπτώσεις που έχει η μακροχρόνια άρνηση των Γάλλων να επαναδιαπραγματευτούν το γενναιόδωρο κοινωνικό τους συμβόλαιο. Είναι ο λιγότερο δημοφιλής πρόεδρος στην ιστορία της Γαλλίας, διότι απέτυχε να ανταποκριθεί με κύρος, προτιμώντας να κινηθεί διστακτικά σε διάφορα μέτωπα ταυτόχρονα.

Οι πρόσφατες διαδηλώσεις κατά της φορολογίας υποδηλώνουν ότι, επιτέλους, η γαλλική κοινωνία αρχίζει να καταλαβαίνει τι χρειάζεται, δημιουργώντας μια ευκαιρία για τον Ολάντ. Προκειμένου να την αδράξει, θα χρειαστεί να προκαλέσει με αποφασιστικότητα το ίδιο του το κόμμα και να προωθήσει πραγματικές μεταρρυθμίσεις.