ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το μυστικό των τραπεζών

to-mystiko-ton-trapezon-2002854

Από τότε που ανακοινώθηκε το πρόστιμο της JP Morgan Chase, ύψους 13 δισ. δολαρίων, στην υπόθεση της κατάχρησης πρακτικών στον τομέα στεγαστικής πίστης και της παραπλάνησης των μετόχων, οι δικαστικές δαπάνες των ισχυρότερων τραπεζών της Wall Street είναι ένα ζήτημα που έχει αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι τράπεζες δεν αποκαλύπτουν τις προβλέψεις για το ακριβές ύψος των δικαστικών δαπανών τους σε υποθέσεις που συνδέονται με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Και, περιέργως, ούτε οι αρμόδιες αρχές έχουν ασκήσει πιέσεις στις αμερικανικές τράπεζες για να αποκαλύψουν το ακριβές ύψος των δικαστικών τους δαπανών στους επενδυτές.

Γεγονός είναι ότι οι τράπεζες επιλέγουν να καταβάλουν υψηλά πρόστιμα για να κλείσουν υποθέσεις όπου είναι υπόλογες για την άσκηση κακόβουλων πρακτικών κατάσχεσης σε δανειολήπτες αδύναμους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Το μέγεθος της συμβιβαστικής λύσης ανάμεσα στην JP Morgan Chase και στο υπουργείο Δικαιοσύνης αιφνιδίασε τους πάντες στον κλάδο. Σήμερα αναμένεται να ανακοινωθούν τεράστια πρόστιμα εις βάρος και άλλων αμερικανικών τραπεζών όπως η Bank of America για ανάλογες κακόβουλες πρακτικές, που οδήγησαν ή ενέτειναν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν οι τράπεζες που εμπλέκονται σε αυτές τις υποθέσεις έχουν προβλέψει στους ισολογισμούς τους ανάλογα δικαστικά έξοδα.

Σκοπός των τραπεζών είναι να δημιουργήσουν ένα «μαξιλάρι» πρόσθετων κεφαλαίων, για να καταφέρουν να απορροφήσουν το κόστος αυτών των αποζημιώσεων. Το «μαξιλάρι» αυτό ονομάζεται, επισήμως, πρόβλεψη δικαστικών εξόδων και είναι μια πολύ σημαντική παράμετρος για να αξιολογήσει κανείς την οικονομική κατάσταση μιας τράπεζας.

Παρ’ όλα αυτά, οι τράπεζες δεν παρουσιάζουν μια λεπτομερή εικόνα για το συνολικό ύψος των δικαστικών δαπανών. Αν και είναι γνωστό το ακριβές ύψος των προβλέψεων για το κλείσιμο συγκεκριμένων υποθέσεων, δεν υπάρχει μια λεπτομερής εικόνα όλων των επιμέρους δαπανών.

Η αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απέστειλε το 2012 επιστολή σε όλες τις αμερικανικές τράπεζες, πιέζοντάς τες να αποκαλύψουν με λεπτομέρεια τις τοποθετήσεις σε ομόλογα κάθε χώρας-μέλους στην περιφέρεια της Ευρωζώνης. Οι τοποθετήσεις αυτές εμπεριείχαν εκείνη την περίοδο υψηλό ρίσκο και η αναφορά τους στις αγορές ήταν μείζονος σημασίας, για να μην επικρατεί αβεβαιότητα.

Από την πλευρά τους, οι τραπεζίτες δεν είναι υπέρ της ανακοίνωσης του μεγέθους των προβλέψεων για τις δικαστικές δαπάνες, διότι έτσι υπονομεύεται η προσπάθειά τους να επιτύχουν έναν δίκαιο συμβιβασμό.

Αλλά δεν είναι βέβαιο ότι η αποκάλυψη των «δικαστικών προβλέψεων» θα έπληττε τη διαπραγματευτική θέση μιας τράπεζας. Για παράδειγμα, η Credit Suisse και η Deutsche Bank, δύο ευρωπαϊκές τράπεζες, ανακοίνωσαν κατ’ επανάληψη το ύψος των προβλέψεων για δικαστικές δαπάνες. Ακόμη και η JP Morgan ανακοίνωσε το ύψος των προβλέψεων για δικαστικές δαπάνες, ύψους 23 δισ. δολαρίων, λίγο πριν καταλήξει στη συμβιβαστική λύση των 13 δισ. δολαρίων. Ομως ακόμη σε αυτήν την περίπτωση, η οικονομική διευθύντρια της JP Morgan, Μαριάν Λέικ, διευκρίνισε ότι αυτή η κίνηση της «πλήρους αποκάλυψης» δεν θα γινόταν συνήθεια, προς μεγάλη απογοήτευση των τραπεζικών αναλυτών.