ΑΓΟΡΕΣ

Η ΕΚΤ έτοιμη για το «whatever it takes»

Mε την οικονομία της Ευρωζώνης στις «συμπληγάδες» του κορωνοϊού και του ισχυρού ευρώ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν έχει την πολυτέλεια να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Οικονομολόγοι σε δημοσκόπηση του Bloomberg εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα εντείνει τα μέτρα στήριξης, αναμένοντας έως τα τέλη του έτους αύξηση του συμπληρωματικού προγράμματος αγοράς ομολόγων για την αντιμετώπιση της πανδημίας(PEPP). Σύμφωνα με τη μέση πρόβλεψη, η ΕΚΤ θα αυξήσει το συμπληρωματικό QE κατά 350 δισ. ευρώ. Στη συνεδρίαση του Ιουνίου, η ΕΚΤ είχε ενισχύσει το PEPP κατά 600 δισ. ευρώ, στο 1,35 τρισ. ευρώ.

Στη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου, η ΕΚΤ αναμένεται να τηρήσει στάση αναμονής, αν και ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι η πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ, θα αφήσει να εννοηθεί ότι η κεντρική τράπεζα προετοιμάζεται για την ανάληψη πρόσθετης δράσης στο μέλλον. Τόσο η «σιδηρά κυρία» της ΕΚΤ, όσο και ο προκάτοχός της, Μάριο Ντράγκι έχουν δεσμευθεί να κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο για τη στήριξη της Ευρωζώνης.

Παρότι η οικονομία της Ευρωζώνης ανακάμπτει έως τώρα με δυναμικούς ρυθμούς από την ύφεση που έχει προκαλέσει ο κορωνοϊός, υπάρχουν αρκετές προκλήσεις που θολώνουν το τοπίο. Ο κίνδυνος ενός δεύτερου κύματος μετά την έξαρση των κρουσμάτων στην Ευρώπη στη διάρκεια του καλοκαιριού και τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων καθώς και ορισμένα μακροοικονομικά που έχουν ανακοινωθεί από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ζώνης του Ευρώ καταδεικνύουν ότι η ανάκαμψη έχει χάσει μέρος της δυναμικής της. Οι βιομηχανικές παραγγελίες στη Γερμανία –τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης- επιβραδύνθηκαν σημαντικά τον Ιούλιο.

Σε μια ακόμη ανησυχητική εξέλιξη, ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού έχει επιστρέψει στην Ευρωζώνη, με υποχώρηση των τιμών καταναλωτή τον προηγούμενο μήνα, για πρώτη φορά την τελευταία τετραετία. Η ΕΚΤ αναμένεται να ανακοινώσει τις επικαιροποιημένες προβλέψεις για την οικονομία και τον πληθωρισμό την επόμενη εβδομάδα, δίνοντας μια «πυξίδα» για το κατά πόσον η οικονομία χρειάζεται πρόσθετη στήριξη.

«Τα έως τώρα στοιχεία δεν δικαιολογούν την ανάληψη πρόσθετης δράσης τον Σεπτέμβριο, όμως η αβεβαιότητα για τις εξελίξεις όσον αφορά τον κορωνοϊό, την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό παραμένει», δηλώνει ο Μπανς φαν Γκέφεν, αναλυτής της Rabobank. Σύμφωνα με τον κ. φαν Γκέφεν, «η ΕΚΤ θα επιβεβαιώσει ότι παραμένει σε ετοιμότητα για την αναπροσαρμογή της νομισματικής πολιτικής όταν είναι αναγκαίο».

Η πλειονότητα των οικονομολόγων που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση του BBG αναμένουν παράταση του έκτακτου προγράμματος αγοράς ομολόγων(PEPP) κατά έξι μήνες, έως τα τέλη του 2021. Παράλληλα, εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα διαθέσει 120 δισ. ευρώ επιπλέον έως τον Μάρτιο μέσω διαφόρων προγραμμάτων τραπεζικού δανεισμού. Τα επιτόκια αναμένεται να παραμείνουν σταθερά, σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, τουλάχιστον έως τα τέλη του 2022, με το βασικό επιτόκιο στο μηδέν και το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο -0,5%.

 

Το ισχυρό ευρώ ο παράγοντας «Χ» στη δύσκολη εξίσωση

 

Οι τελευταίες εξελίξεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, με άνοδο του ευρώ σε υψηλά διετίας έναντι του δολαρίου θέτουν σε κίνδυνο τις προβλέψεις. Το ενιαίο νόμισμα ξεπέρασε για πρώτη φορά το όριο του 1,20 αυτή την εβδομάδα, έχοντας ανατιμηθεί 12% από τον Μάρτιο. Στις τελευταίες συνεδριάσεις έχει μετριάσει τα κέρδη του, αφότου ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, δήλωσε ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες έχουν σημασία για τη νομισματική πολιτική.

Ένα ισχυρό ευρώ συνεπάγεται καθοδικές πιέσεις για τις τιμές καταναλωτή, καθώς μειώνει το κόστος εισαγομένων αγαθών. Η ταχύτητα ανόδου του ενιαίου νομίσματος αποτελεί παράγοντα ανησυχίας, σημειώνουν οι οικονομολόγοι, αν και προσθέτουν ότι η ενίσχυσή του οφείλεται σε παράγοντες που δεν μπορεί να επηρεάσει η ΕΚΤ, όπως η δέσμευση της Oμοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ(FED) να διατηρήσει το κόστος δανεισμού σε πολύ χαμηλά επίπεδα, καθώς και η ιστορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την κοινή δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης.

Μακροπρόθεσμα, οι οικονομολόγοι αναμένουν ότι και οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της FED που έκανε στροφή προς τη μέση στόχευση του πληθωρισμού(inflation-targeting), μια στρατηγική που επιτρέπει ευελιξία στην τήρηση του στόχου για πληθωρισμό 2%.