ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δύσκολη χρονιά το 2020 για τις ψηφιακές τράπεζες

Μεγάλες ζημίες, παρά την εκτίναξη των ηλεκτρονικών συναλλαγών, λόγω πανδημίας

To 2020 η ψηφιακή τραπεζική γνώρισε μεγάλη άνθηση σε διεθνή κλίμακα, αλλά, όπως σημειώνει σε σχετικό του δημοσίευμα το αμερικανικό ειδησεογραφικό δίκτυο CNBC, στη Γηραιά Ηπειρο οι νεοφυείς ηλεκτρονικές τράπεζες εμφάνισαν μεγάλες ζημίες και ο κλάδος αναμένεται να συρρικνωθεί μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών. 

Αυτή τη χρονιά ο διαδικτυακές τραπεζικές συναλλαγές έχουν απογειωθεί, πράγμα το οποίο δυνητικά θα αποτελούσε χρυσή ευκαιρία για να αμφισβητήσουν οι ηλεκτρονικές τράπεζες την πρωτοκαθεδρία των παραδοσιακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Τον Νοέμβριο σε έρευνα σχετική με το θέμα, που διεξήγαγε ο όμιλος πιστωτικών καρτών της Mastercard, φάνηκε πως το 42% των Ευρωπαίων σήμερα διαχειρίζεται πιο συχνά τις οικονομικές του συναλλαγές κατά τρόπο ψηφιακό σε σύγκριση με την περίοδο προ πανδημίας. Και το 62% απάντησε ότι σκέφτεται να αλλάξει εντελώς την προσέγγισή του και να στραφεί πλήρως από τη συμβατική τραπεζική στις ψηφιακές πλατφόρμες.

Απώλειες αντί κερδών

Ωστόσο, πολλές από τις αποκαλούμενες «νεοτράπεζες» (όπως οι Monzo και Revolut) βρέθηκαν αντιμέτωπες με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενώ πλήθος από καταγγελίες έχουν γίνει από τη δυσαρεστημένη πελατεία τους με αφορμή την εξυπηρέτηση. Η Mοnzo, η οποία ιδρύθηκε από τον Τομ Μπλόμφιλντ, προκάλεσε αναστάτωση, όταν προ καιρού διατύπωσε αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητά της να συνεχίσει τις δραστηριότητές της λόγω κορωνοϊού. Ο δε Μπλόμφιλντ έχει πλέον παραιτηθεί, ενώ συνολικά οι νεοφυείς ψηφιακές τράπεζες δέχονται πιέσεις από το επενδυτικό κοινό, ώστε να αποδείξουν ότι μπορούν να αποβούν κερδοφόρες – ειδάλλως, εάν χρειαστεί, θα πρέπει να συνενωθούν. «Χάρις στην κρίση της πανδημίας, αφυπνίστηκαν ορισμένες “νεοτράπεζες”», παρατηρεί ο Αλι Νίκναμ, επικεφαλής και ιδρυτής της ολλανδικής διαδικτυακής τράπεζας Bunq. «Για να οργανώσετε μια υγιή επιχείρηση, χρειάζεστε υγιή επιχειρηματική συμπεριφορά. Το να δημιουργήσεις μία νεοφυή μονάδα είναι πολύπλοκο, ο ανταγωνισμός από τους γιγάντιους κατεστημένους ομίλους οξύτατος, ενώ και το ρυθμιστικό πλαίσιο είναι επαχθές και ο όλος συνδυασμός αποδεικνύεται δυσβάσταχτος για πολλούς». Και συμπλήρωσε: «Οσοι επιβιώσουν από αυτήν την οικονομική ύφεση θα έχουν λαμπρό μέλλον μπροστά τους». Οπως πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις, η Bunq εμφανίζει ζημίες, τις οποίες ο Αλι Νίκναμ τις υπολογίζει στα σχεδόν 14 δισ. ευρώ. Επισημαίνει ακόμα ότι μπορεί να καλύψει αυτές τις απώλειες με τα κέρδη του από άλλες δραστηριότητες, και συγκεκριμένα την εταιρεία του, που παρέχει διαδικτυακά ονόματα, TransIP. Μέχρι σήμερα, η Bunq δεν έχει αποδεχθεί εξωτερική χρηματοδότηση από επενδυτικά κεφάλαια και ο Αλι Νίκναμ παραμένει και ο μοναδικός μέτοχός της.

Τις απόψεις του φαίνεται να συμμερίζεται και ο ομόλογός του και ιδρυτής της «νεοτράπεζας» Revolut, Νικ Στορόνσκι, τονίζοντας ότι κάποιες εταιρείες του κλάδου θα μπορούσαν να γίνουν στόχος εξαγοράς. Αλλωστε, όπως αναφέρει στο CNBC, «ορισμένες “νεοτράπεζες” δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν του κορωνοϊού, επειδή εξαρτώνται πάρα πολύ από τις πληρωμές και τις ανταλλαγές, ειδικά εδώ στην Ευρώπη». Μεγάλο μέρος των εσόδων των νεοφυών τραπεζών προέρχεται από την προμήθεια, που χρεώνεται κάθε φορά κατά την οποία ένας πελάτης χρησιμοποιεί την κάρτα του για να πραγματοποιήσει μια πληρωμή. «Θα δούμε ξεκάθαρα μερικούς νικητές και μερικούς χαμένους σε αυτό το παιχνίδι στην Ευρώπη, ενώ δεν αποκλείονται και εξαγορές και συγχωνεύσεις», πρόσθεσε ο Νικ Στορόνσκι. Επί παραδείγματι, τον Νοέμβριο η εφημερίδα Times του Ηνωμένου Βασιλείου είχε αναφέρει πως η JPMorgan και η Barclays είχαν δείξει ενδιαφέρον να αγοράσουν τη βρετανική ψηφιακή τράπεζα Starling. Ωστόσο, η Αν Μπόουντεν, ιδρύτρια και επικεφαλής της Starling, δήλωσε πως είναι πιθανότερο εκείνη να κάνει εξαγορά. «Είναι πολύ κολακευτικό όταν ακούς φήμες για το αγοραστικό ενδιαφέρον, που προέρχεται από μεγάλες τράπεζες», τόνισε, εν κατακλείδι, η κ. Μπόουντεν, στο CNBC. «Εμείς πιθανότατα θα αποκτήσουμε κάποια εταιρεία το 2021».