ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αγώνας δρόμου για την τραπεζική ενοποίηση

agonas-dromoy-gia-tin-trapeziki-enopoiisi-2005529

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ-ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε χθες τους Ευρωπαίους υπουργούς Οικονομικών σε μία έκτακτη συνάντηση ώστε να αναζητηθεί συμβιβαστική συμφωνία για την τραπεζική ενοποίηση. Ο ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των τραπεζών -που είναι και ο τελευταίος «πυλώνας» της τραπεζικής ενοποίησης- είναι αυτός που θα κρίνει και την επιτυχία ή μη της ελληνικής προεδρίας, όπως λένε Ευρωπαίοι αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες. Και αυτό γιατί θα πρέπει να έχει ψηφιστεί μέχρι τον Απρίλιο που είναι και η τελευταία ολομέλεια πριν από τις ευρωεκλογές.

Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς δήλωσε χθες ότι θα στείλει επιστολή στους υπουργούς Οικονομικών για να συναντηθούν πριν από το προγραμματισμένο Εκοφίν στις 18 Φεβρουαρίου «και έτσι να αποφύγουμε καθυστέρηση δύο εβδομάδων των συζητήσεων» δείχνοντας έτσι την πρόθεσή του να βρεθεί συμβιβασμός άμεσα.

Οι ευρωβουλευτές βρίσκονται σε διαμάχη με τα μέλη του Συμβουλίου -δηλαδή τους εκπρόσωπους των κυβερνήσεων της Ευρωζώνης- προειδοποιώντας ότι το σχέδιο που συμφωνήθηκε είναι τρομερά χρονοβόρο και πολύ πολύπλοκο για γρήγορες αποφάσεις και συγχρόνως θεωρούν ότι αυτή είναι μία ιδιαίτερα σοβαρή απόφαση για να μην ψηφιστεί από τους ευρωβουλευτές και να λάβει μορφή διακρατικής συνθήκης. Ενώ η δεύτερη ένσταση της Ευρωβουλής βρίσκει πολύ μεγάλη την περίοδο των 10 ετών για τη σταδιακή χρηματοδότηση του ταμείου με 55 δισ. ευρώ, μέσω εισφορών των τραπεζών. Θεωρεί ότι τα χρήματα του ταμείου πρέπει να είναι από την πρώτη στιγμή κοινά και όχι μετά από μια δεκαετία, όπως προβλέπει η απόφαση του Συμβουλίου.

Από την άλλη πλευρά, τα μέλη του Συμβουλίου θέλουν να γίνει διακυβερνητική συμφωνία για το ενιαίο καθεστώς εκκαθάρισης των τραπεζών, δηλαδή μία συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών και να παρακαμφθούν ευρωπαϊκά όργανα και θεσμοί. Βασικός υπέρμαχος της θέσης του Συμβουλίου είναι η Γερμανία η οποία προβάλει και το συνταγματικό της πρόβλημα, καθώς το σύνταγμά της δεν επιτρέπει τη διαχείριση εθνικών πόρων αν δεν έχει τον τελευταίο λόγο η ίδια.