ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Βαρύ τίμημα πληρώνει για την Κριμαία η ρωσική οικονομία

s9_rosia-oikonomia_3003
russia_put_304989

Οι οικονομικές επιπτώσεις από την προσάρτηση της Κριμαίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη ρωσική οικονομία σε σημαντική ύφεση το 2014, ακόμη και αν η Δύση δεν επιβάλει εμπορικές κυρώσεις, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, και οι υπόλοιποι ηγέτες των επτά ισχυρότερων οικονομιών (G7) του κόσμου συμφώνησαν την εβδομάδα που πέρασε να μην προχωρήσουν σε νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αν ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν προχωρήσει σε νέες προκλητικές κινήσεις. Ακόμη και έτσι, όμως, οι επιπτώσεις στη ρωσική οικονομία θα είναι πολύ χειρότερες απ’ όσο παραδέχεται η Μόσχα. Η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας συντάχθηκε πριν αποκαλυφθούν τα πιο πρόσφατα στοιχεία περί φυγής κεφαλαίων από τη Ρωσία. Προβλέπει ότι το ρωσικό ΑΕΠ θα συρρικνωθεί κατά 1,8% το 2014, αν συνεχιστεί η κρίση, ενώ σε αυτό το σενάριο δεν περιλαμβάνεται η επιβολή εμπορικών κυρώσεων κατά της Μόσχας. «Η κλιμάκωση της πολιτικής έντασης θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη αβεβαιότητα περί οικονομικών κυρώσεων και να πλήξει περαιτέρω την εμπιστοσύνη και τις επενδύσεις», αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με ένα δεύτερο, λιγότερο δυσμενές, σενάριο στο οποίο προβλέπεται ότι η επίπτωση από την κρίση θα είναι βραχυπρόθεσμη, το ρωσικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,1% το 2014 σε αντίθεση με την πρόβλεψη για αύξηση κατά 2,2% που περιελάμβανε έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Δεκέμβριο, πριν ξεκινήσουν τα επεισόδια.

Ομως, οι ρωσικές αγορές και το ρωσικό ρούβλι έχουν δεχτεί ισχυρό πλήγμα από την κλιμάκωση της κρίσης τις τελευταίες εβδομάδες, με αποτέλεσμα να καταγράφεται μαζική έξοδος κεφαλαίων από τη Ρωσία. Το ρωσικό υπουργείο Οικονομικών υπολογίζει ότι μόνο στη διάρκεια του α΄ τριμήνου οι εκροές κεφαλαίων ανέρχονται σε περίπου 70 δισ. δολάρια, ενώ στη διάρκεια ολόκληρου του 2013 οι εκροές κεφαλαίων είχαν ανέλθει στα 63 δισ. δολάρια. Οι Ρώσοι δεν έχουν ακόμη αναθεωρήσει τις προβλέψεις που είχαν κάνει στις αρχές του 2014, όταν προβλεπόταν ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας κατά 2,5% του ΑΕΠ το 2014. Ωστόσο, στις αρχές της εβδομάδας ο Ρώσος αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών παραδέχτηκε ότι αναμένει ανάπτυξη «γύρω στο μηδέν» για το α΄ τρίμηνο.

Στο μεταξύ, η ανάγκη να μειωθεί η σημαντική εξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο έσπρωξε πολλές χώρες της Ε.Ε. στο να επιταχύνουν τις διαπραγματεύσεις για την ανάπτυξη μιας εσωτερικής αγοράς ενέργειας και να επανεξετάσουν εναλλακτικές λύσεις, όπως το υγροποιημένο φυσικό αέριο, η πυρηνική ενέργεια και το σχιστολιθικό φυσικό αέριο. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον, δήλωσε προ ημερών ότι η κρίση της Ουκρανίας λειτούργησε ως ξυπνητήρι για πολλές από τις χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. «Ορισμένες χώρες εξαρτώνται σχεδόν σε ποσοστό 100% από το ρωσικό φυσικό αέριο, οπότε (η κρίση) λειτούργησε ως ξυπνητήρι», είπε ο κ. Κάμερον. Ο Βρετανός πρωθυπουργός πρόσθεσε ότι στη ΝΑ Ευρώπη, την Πολωνία και την Αγγλία υπάρχουν σημαντικά αποθέματα σχιστολιθικού φυσικού αερίου, το οποίο θα μπορούσε να εξαχθεί μέσω της χρήσης υγρών που εισέρχονται υπό υψηλή πίεση στα υπόγεια πετρώματα, τεχνική που ήδη χρησιμοποιείται ευρέως στις ΗΠΑ.

Ωστόσο, σύμφωνα με περιβαλλοντολόγους, η τεχνική που χρησιμοποιείται για την εξαγωγή του σχιστολιθικού φυσικού αερίου μπορεί να αποτελέσει απειλή για τον υδροφόρο ορίζοντα, ενώ θα μπορούσε να προκαλέσει σεισμούς και κατολισθήσεις. Η χρήση αυτής της μεθόδου έχει ήδη απαγορευτεί σε χώρες όπως η Γαλλία και η Βουλγαρία, ενώ έντονες διαμαρτυρίες έχουν καταγραφεί σε Πολωνία και Βρετανία.

Κινδυνεύουν οι μεταρρυθμίσεις

Οι προοπτικές της ρωσικής οικονομίας περιορίζονται εξαιτίας της μη εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τονίζεται στην έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας. Δεύτερον, όπως και να εξελιχθεί τελικά η κρίση της Κριμαίας, υπάρχει ο κίνδυνος η ρωσική κυβέρνηση να συνεχίσει να βρίσκεται σε κατάσταση αντιμετώπισης κρίσης στην προσπάθειά της να διατηρήσει τη μακροοικονομική σταθερότητα, ανάλογα με το σενάριο που θα επικρατήσει. Οι οικονομολόγοι της Παγκόσμιας Τράπεζας ανησυχούν ότι είναι πολύ πιθανό οι προσπάθειες της ρωσικής κυβέρνησης να εστιασθούν στην αντιμετώπιση βραχυπρόθεσμων προβλημάτων, ενώ μακροπρόθεσμα μέτρα, όπως οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα.

«Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να συνεχιστούν προκειμένου να ξεπεραστεί η σημερινή κρίση εμπιστοσύνης και να επιτευχθεί ο μακροπρόθεσμος ρυθμός ανάπτυξης της ρωσικής οικονομίας», είπε στη Μόσχα ο κ. Μιχάλ Ρουτκόβσκι της Παγκόσμιας Τράπεζας. «Απαιτείται ακόμη η δημιουργία δίκαιων συνθηκών για τις καιτοτόμους επιχειρήσεις μέσω της βελτίωσης του κανονιστικού πλαισίου και των θεσμικών οργάνων της αγοράς».