ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέα πίστωση χρόνου θέλει η Γαλλία ώστε να περιορίσει το έλλειμμα

vals2
s9_anergia_1304

«Αλήθεια, αποδοτικότητα, εμπιστοσύνη». Υπό το πρίσμα αυτών των τριών αρχών, ο Μανουέλ Βαλς εκφώνησε την πρώτη του ομιλία ως πρωθυπουργός της Γαλλίας στις 8 Απριλίου, υποσχόμενος περικοπές προϋπολογισμού και μειώσεις φόρων. Αυτό ισοδυναμεί με μία σχεδόν στροφή στην ακολουθούμενη πολιτική. Δεν θα υπάρξουν άλλες φορολογικές αυξήσεις, διεμήνυσε ο κ. Βαλς, προσθέτοντας ότι οι επιχειρήσεις χρειάζονται στήριξη και όχι δαιμονοποίηση και γελοιοποίηση. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, κατέστησε σαφές ότι ήταν σε μεγάλο βαθμό προετοιμασμένος να θέσει τη χώρα του σε μία ακόμα μετωπική αντιπαράθεση με τις Βρυξέλλες, αντί να καταστρέψει την ανάπτυξη με το να προσκολλάται τόσο αμετακίνητα στις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της Γαλλίας. Η ομιλία του σε ένα θορυβώδες Κοινοβούλιο είχε πάθος. «Ελάχιστες χώρες στον κόσμο επιτρέπουν σε πολίτες άλλης καταγωγής να ανέλθουν έως τα ανώτατα κυβερνητικά αξιώματα», τόνισε, αναφερόμενος στο εαυτό του, όντας γεννημένος στην Ισπανία.

Επιπλέον, δεν έκρυψε τις φιλοδοξίες του. Ο κ. Βαλς υποσχέθηκε να περικόψει στο ήμισυ τον αριθμό των περιφερειών έως το 2017 και να καταργήσει τα εκλεγμένα γενικά συμβούλιά τους, ώστε να περιορίσει δραστικά τη γραφειοκρατία έως το 2021. Η γραφειοκρατική Γαλλία διαθέτει 90 δημοσίους υπαλλήλους ανά 1.000 πολίτες έναντι των 50 υπαλλήλων στη Γερμανία. Οι περισσότεροι εξ αυτών απολαμβάνουν σχεδόν πλήρη εργασιακή ασφάλεια. Τα προαναφερθέντα ριζοσπαστικά μέτρα συνιστούν ένα τέλος εποχής, το οποίο θα θεωρηθεί ευθεία επίθεση κατά των τοπικών Σοσιαλιστών αξιωματούχων, που συναπαρτίζουν τη ραχοκοκαλιά του ίδιου του κόμματος του Μανουέλ Βαλς. Aναλόγως τολμηρά είναι και τα δημοσιονομικά σχέδια του Γάλλου πρωθυπουργού. Το 2013, τα τέσσερα πέμπτα της δημοσιονομικής συγκράτησης προήλθαν από τις φορολογικές αυξήσεις, όχι τις μειώσεις των δαπανών, σύμφωνα με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, την Cour des Comptes.

Τώρα, ο κ. Βαλς υπόσχεται το αντίστροφο. Πέραν των 50 δισ. ευρώ σε εξοικονόμηση πόρων και των 30 δισ. ευρώ σε μειωμένα μισθολογικά κόστη για τις εταιρείες, που ήδη ανακοινώθηκαν από τον πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, ανακοίνωσε και επιπλέον 5 δισ. ευρώ σε ελαττωμένες δαπάνες για χαμηλόμισθους υπαλλήλους –δηλαδή σχεδόν 500 ευρώ κατά κεφαλήν– και 6 δισ. ευρώ σε φοροαπαλλαγές για τις επιχειρήσεις. Επιπροσθέτως, ο Μανουέλ Βαλς δήλωσε πως προβλέπεται και σταδιακή μείωση του φορολογικού συντελεστή των κερδών από το 33% στο 28% έως το 2020. Υπό το πρίσμα αυτής της νέας προσέγγισης, ο κεντρώος Ζαν-Πιερ Ζουέ ανέλαβε επικεφαλής του προσωπικού στο γραφείο του προέδρου. Ο Γάλλος πρωθυπουργός, όμως, δεν ήταν τόσο σαφής αναφορικά με την προέλευση των 50 δισ.ευρώ, τα οποία προβλέπεται να εξοικονομηθούν από τον προϋπολογισμό. Απλώς έκανε λόγο για μία τριπλή προσπάθεια από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και την κεντρική κυβέρνηση. Δεν είπε τίποτα για το πώς θα χρηματοδοτήσει τις πρόσθετες φορολογικές περικοπές, παρά το ότι υποσχέθηκε ένα μίνι προϋπολογισμό πριν από το καλοκαίρι. Οπως το θέτει ο Γκιγιόμ Μενουέ, οικονομολόγος της Citi Research, «πρόκειται για μία αλλαγή πολιτικής, η οποία δεν είναι πλήρως χρηματοδοτούμενη». Ως έχει, το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2013 ανήλθε στο 4,3% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας τις προβλέψεις του 4,1%. Με εύθραυστη ανάπτυξη η Γαλλία μάλλον δύσκολα θα τηρήσει την υπόσχεσή της για έλλειμμα στο 3% το 2015.

Η νέα κυβέρνηση ετοιμάζεται να ζητήσει περισσότερο χρόνο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο νέος υπουργός Οικονομικών Μισέλ Σαπέν και ο υπουργός Οικονομίας Ανρό Μοντεμπούργκ, ο οποίος αντιτάσσεται στη λιτότητα, μετέβησαν στο Βερολίνο για ξεχωριστές επαφές με τη γερμανική κυβέρνηση. Πρώτον, ήθελαν να αναφερθούν στη δημοσιονομική υπευθυνότητα και δεύτερον, να τονίσουν πως οι δημοσιονομικοί στόχοι έχουν «δευτερεύουσα σημασία». Μέχρι στιγμής, τόσο οι Βρυξέλλες όσο και το Βερολίνο δείχνουν επιφυλακτικότητα. Δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για να δοθεί παράταση στη Γαλλία, όπως διατείνεται ο αρμόδιος επίτροπος Ολι Ρεν, προσθέτοντας ότι η ισχυρότερη ανάπτυξη στην Ευρωζώνη κάνει ένα τέτοιο επιχείρημα μη αιτιολογημένο.

Ματέο Ρέντσι: Τελευταία ευκαιρία για την Ιταλία

Ο πρώην δήμαρχος της Φλωρεντίας και νυν πρωθυπουργός της Ιταλίας, Ματέο Ρέντσι, έχει πείσει πολλούς στην Ιταλία, αλλά επίσης στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, ότι είναι η τελευταία ευκαιρία της χώρας να θέσει τέλος στη φθορά της οικονομίας της. Ισχυρίζεται δε ότι δεν θα διστάσει να αποχωρήσει εάν η κυβέρνηση δεν τον στηρίξει. Απομένει να αποδειχθεί εάν θα επιτύχει τους οικονομικούς στόχους του. Κεντρικό σημείο στην πολιτική του είναι η μείωση της φορολόγησης εισοδημάτων για τους λιγότερο εύπορους, μια επιλογή που θα κοστίσει φέτος 6,7 δισ. ευρώ. Για να καλύψει το μεγαλύτερο κενό, ο κ. Ρέντσι δρομολογεί περικοπές 4,5 δισ. δολ. και δύο ακόμη έκτακτα μέτρα. Πρώτον, την αποπληρωμή των χρεών του Δημοσίου στις επιχειρήσεις (μέτρο που δεν θα συμπεριληφθεί στις τρέχουσες δαπάνες αλλά αναμένεται να εξασφαλίσει έσοδα από ΦΠΑ). Δεύτερον, τη λογιστική ανατίμηση των μεριδίων των ιταλικών τραπεζών στην κεντρική τράπεζα της χώρας, τα οποία σκοπεύει να φορολογήσει με συντελεστή 26%. Απομένει, όμως, να αποδειχθεί στην πράξη εάν η υλοποίηση αυτών των έκτακτων μέτρων θα αντεπεξέλθει στις αρχικές προσδοκίες του κ. Ρέντσι.