ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το αμερικανικό όνειρο δεν ζει στις ΗΠΑ, αλλά στη Σκανδιναβία

s12_200414_usa
newyork214

Στην εποχή της κρίσης, η οικονομική ανισότητα βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Το γεγονός δεν εκπλήσσει. Οταν κρατικά επιδοτούμενοι τραπεζίτες που βύθισαν την παγκόσμια οικονομία στην ύφεση συνεχίζουν να εισπράττουν επταψήφια μπόνους και να νουθετούν άνεργους φορολογούμενους για τις αρετές της λιτότητας, είναι φυσιολογικό η κοινή γνώμη να εξεγείρεται. Από την άποψη της δημόσιας πολιτικής, ωστόσο, εξίσου κομβικό ζήτημα είναι η κοινωνική κινητικότητα – ο βαθμός στον οποίο κάποιος μπορεί να ξεφύγει από την κοινωνική τάξη και τα οικονομικά δεδομένα των γονιών του.

Συγκρίνοντας τους δείκτες αλλά και την αντίληψη της κοινωνικής κινητικότητας στις δύο όχθες του Βόρειου Ατλαντικού, παρατηρείται το εξής παράδοξο: οι Αμερικανοί ήταν διαχρονικά περισσότερο διατεθειμένοι να ανεχθούν μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες επειδή πίστευαν ότι θα έχουν τη δυνατότητα να αναρριχηθούν. Στην πραγματικότητα, όμως, οι ευκαιρίες για κοινωνικο-οικονομική αναρρίχηση είναι περισσότερες στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία («Is the United States still a Land of Opportunity? » NBER Working Paper 19844, Ιανουάριος 2014), μόλις το 9% των Αμερικανών που γεννιούνται σε νοικοκυριά που ανήκουν στο φτωχότερο πεμπτημόριο του πληθυσμού φτάνει ποτέ στο υψηλότερο πεμπτημόριο. Πρόκειται για ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στον ανεπτυγμένο κόσμο. Αντίθετα, σύμφωνα με έρευνα της Pew Charitable Trusts, το 70% των πιο φτωχών ανήλικων παραμένει κάτω από το μεσαίο πεμπτημόριο.

Η ανισότητα διχάζει

Ως πολιτικό ζήτημα, η ανισότητα διχάζει Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς. Οι πρώτοι τη θεωρούν αναπόφευκτη συνέπεια της οικονομικής ελευθερίας· οι δεύτεροι την αναδεικνύουν ως μάστιγα της εποχής και προσπαθούν να την μειώσουν μέσω της αύξησης του κατώτατου μισθού και των φορολογικών συντελεστών στα πιο εύπορα φυσικά πρόσωπα. Η ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας, ωστόσο, είναι ένας από τους σπάνιους κοινούς στόχους των δύο κομμάτων. Προ μηνών, ο Μάρκο Ρούμπιο, ο 42χρονος Κουβανοαμερικανός γερουσιαστής από τη Φλόριντα, που φιλοδοξεί να είναι ο προεδρικός υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών το 2016, έθεσε το πρόβλημα με χαρακτηριστικά αμερικανικούς όρους: «Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε ένα ξεχωριστό έθνος, πρέπει να κλείσουμε το χάσμα ευκαιριών».

Το υπόβαθρο του πολιτικού διαλόγου για την κοινωνική κινητικότητα στις ΗΠΑ διαμορφώνεται από την κοινή πεποίθηση προοδευτικών και συντηρητικών ότι τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς η ανισότητα γιγαντώνεται, η δυνατότητα κοινωνικο-οικονομικής αναρρίχησης –πραγμάτωσης, δηλαδή, του «αμερικανικού ονείρου»– μειώνεται. Σε σχετικές δηλώσεις έχουν προβεί πρόσφατα τόσο ο πρόεδρος Ομπάμα (γόνος μονογονεϊκής οικογένειας) όσο και σημαντικοί Ρεπουμπλικανοί, σαν τον Ρούμπιο (γιο μεταναστών) και τον αντιπροεδρικό υποψήφιο το 2012, Πολ Ράιαν.

Αντιλήψεις και πραγματικότητα

Ωστόσο, η προαναφερθείσα μελέτη (NBER Working Paper 19844), την οποία εκπόνησαν οικονομολόγοι από το Χάρβαρντ και το Μπέρκλεϊ μαζί με ένα στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, αξιοποιώντας ένα τεράστιο δείγμα (40 εκατομμυρίων) ανώνυμων φορολογικών στοιχείων ατόμων γεννημένων από το 1971 έως το 1993, ανατρέπει τη συμβατική σοφία. Οπως συμπεραίνει η μελέτη, που εντάσσεται στο Equality of Opportunity Project, παρά την αύξηση της ανισότητας, η κοινωνική κινητικότητα δεν έχει επηρεαστεί. Οι ερευνητές χρησιμοποιούν την αναλογία μιας σκάλας για να εξηγήσουν το φαινόμενο: «Οταν τα σκαλιά της σκάλας είναι πιο μακριά το ένα από το άλλο (η ανισότητα έχει αυξηθεί), αλλά οι πιθανότητες ενός παιδιού να ανέβει από τα χαμηλότερα στα υψηλότερα σκαλιά δεν έχουν αλλάξει (η κινητικότητα με βάση τη βαθμίδα έχει μείνει σταθερή)».

Οπως επισημαίνουν, μάλιστα, αν η κινητικότητα μετρηθεί με βάση την πιθανότητα ενός φτωχού παιδιού να φτάσει ένα συγκεκριμένο κατώφλι υψηλών εισοδημάτων (π.χ. 100.000 δολάρια), τότε, ακριβώς λόγω της αυξημένης απόστασης μεταξύ των βαθμίδων, η κινητικότητα έχει ελαφρώς αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.

Η λοταρία της γέννησης

Αυτά τα ευρήματα δεν είναι λόγος εφησυχασμού. Η κοινωνική κινητικότητα στις ΗΠΑ παραμένει στάσιμη σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Επιπλέον, όπως σημειώνουν οι συντάκτες της μελέτης, μεταξύ των οποίων δύο κάτοχοι του βραβείου John Bates Clark (για τους καλύτερους οικονομολόγους κάτω των 40 ετών), «επειδή έχει αυξηθεί η ανισότητα, οι συνέπειες της “λοταρίας της γέννησης” –του ποιοι είναι οι γονείς του κάθε παιδιού– είναι μεγαλύτερες απ’ ό,τι στο παρελθόν».

Πάντως, η αυξημένη ανισότητα, ενδεχομένως και η κρίση 2007-2010, έχουν πλέον επιδράσει και στις αντιλήψεις των Αμερικανών για την κοινωνική κινητικότητα. Ετσι, παρότι οι δυνατότητες ανέλιξης δεν έχουν ουσιωδώς μεταβληθεί τα τελευταία 15 χρόνια, το ποσοστό των ερωτηθέντων σε σφυγμομέτρηση της Gallup που θεωρούν ότι υπάρχει πλήθος ευκαιριών για έναν απλό άνθρωπο να ευημερεύσει οικονομικά μειώθηκε από 81% το 1998 σε 52% το 2013.

Καταλύτης για την κινητικότητα η εκπαίδευση

Η «αμερικανική ιδιαιτερότητα» της αταξικής κοινωνίας, όπου ο καθένας μπορούσε να φτάσει στην κορυφή, θεμελιώθηκε ως μύθος κατά τον 19ο αιώνα, την εποχή της επέκτασης των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη Δύση και τον Νότο. Την μνημόνευσαν συγγραφείς από τον Αλεξίς ντε Τοκβίλ ώς τον Φρίντριχ Ενγκελς, αλλά ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Με τις δυνατότητες γεωγραφικής επέκτασης να έχουν εξαντληθεί, με πανίσχυρες οικογένειες των μεγάλων μονοπωλίων να έχουν συγκεντρώσει τεράστια πλούτη, ανεπηρέαστα ακόμη από ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος ή ουσιώδεις φόρους κληρονομιάς, και με πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού –σχεδόν αποκλειστικά μέλη της οικονομικής ελίτ– να φοιτά στο πανεπιστήμιο, η ανισότητα ήταν στα ύψη και η βασική όδος κοινωνικής ανέλιξης ήταν μέσω γάμου.

Το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας

Πριν από το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως αναφέρει στο New York Review of Books ο Πολ Κρούγκμαν (σε μία γεμάτη θαυμασμό βιβλιοκριτική του «Capital in the 21st Century», του νέου βιβλίου του Γάλλου οικονομολόγου Τομά Πικετί), στις ΗΠΑ όπως και στις βασικές οικονομίες της Ευρώπης το 1% του πληθυσμού κατείχε το 20% του εθνικού εισοδήματος. Στον κορυφή της πυραμίδας βρίσκονταν κατά κόρον κληρονόμοι, όχι οι πιο επιτυχημένοι επαγγελματίες. Στις επόμενες δεκαετίες, ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας και η προοδευτική φορολογία συνέβαλαν στη μείωση των ανισοτήτων και σε διεύρυνση των δυνατοτήτων ανέλιξης. Ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η οικοδόμηση του κράτους πρόνοιας και ιδιαίτερα η καθιέρωση της οικουμενικής πρόσβασης σε υπηρεσίες Υγείας και Παιδείας έδωσαν σημαντική ώθηση στην ανοδική κινητικότητα.

Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ («A Family Affair: Intergenerational Social Mobility in OECD Countries», 2010), οι ευρωπαϊκές χώρες όπου οι υψηλές αποδοχές των γονέων έχουν περισσότερο την τάση να μεταφράζονται σε υψηλές αποδοχές για τα παιδιά τους είναι η Βρετανία, η Ιταλία και η Γαλλία. Μάλιστα, στις δύο πρώτες χώρες, η συσχέτιση είναι πιο στενή ακόμη και από την αντίστοιχη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πιο συγκεκριμένα, στις τέσσερις αυτές ανεπτυγμένες χώρες το 40%-50% της διαφοράς εισοδήματος μεταξύ των γονέων κληρονομείται στην επόμενη γενιά, ενώ στη Δανία, τη Νορβηγία και τη Φινλανδία το ποσοστό είναι κάτω από 20%. Μία ελαφρώς παλαιότερη μελέτη (M. Jäntti et al., “American Exceptionalism in a New Light: A Comparison of Intergenerational Earnings Mobility in the Nordic Countries, the United Kingdom and the United States”, 2006) βρίσκει ότι η πιθανότητα ένα παιδί που γεννιέται στο οικονομικά ασθενέστερο πέμπτο του πληθυσμού να παραμείνει σε αυτό είναι 25% στη Δανία και 42% στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με άλλα λόγια, είναι κατά 68% μεγαλύτερες οι πιθανότητες ενός φτωχού ανήλικου Αμερικανού να παραμείνει εγκλωβισμένος στην ανέχεια σε όλη του τη ζωή έναντι ενός φτωχού Δανού.

Ο κρίσιμος παράγοντας

Ο κεντρικός αγωγός διαχείρισης του δυνητικού ανθρώπινου κεφαλαίου μιας κοινωνίας, ο καθοριστικός παράγοντας που κρίνει τον βαθμό κινητικότητας και αξιοποίησης των υπαρχόντων ταλέντων, είναι η εκπαίδευση. Η βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, η διαγενεακή μετάδοση των εισοδηματικών διαφορών οφείλεται σε συντριπτικό βαθμό στις αποκλίσεις στις εκπαιδευτικές επιδόσεις. Κοινώς, οι γόνοι των εύπορων θα συνεχίσουν να είναι εύποροι κυρίως επειδή θα λάβουν καλύτερη μόρφωση από τους λιγότερο εύπορους. Από τη βιβλιογραφία προκύπτει επιπλέον ότι ο πρόωρος διαχωρισμός των μαθητών ανάλογα με τις ικανότητές τους –κληρονομημένες, γενετικώς και μέσω του οικογενειακού περιβάλλοντος, από τους γονείς– μειώνει την κοινωνική κινητικότητα. Αντιθέτως, η επένδυση στη δημόσια δωρεάν εκπαίδευση εξισώνει τις προϋπάρχουσες διαφορές και συντείνει στην ενίσχυση της κινητικότητας.

Οπως τονίζεται στην έκθεση του ΟΟΣΑ για τη διαγενεακή κινητικότητα, το σχολικό περιβάλλον –η κοινωνικο-οικονομική προέλευση των συμμαθητών, οι πόροι που διαθέτει το σχολείο, το μέγεθος της σχολικής τάξης, η ποιότητα των δασκάλων– επηρεάζει ζωτικά τις επιδόσεις του μαθητή. Ακόμα κι αυτή η επίδραση, ωστόσο, «διαφέρει ευρέως από χώρα σε χώρα. Είναι ιδιαίτερα σημαντική σε κάποιες ηπειρωτικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, που διαθέτουν πολλά ξεχωριστά σχολικά προγράμματα στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η επίδραση είναι πολύ μικρότερη στις σκανδιναβικές χώρες, που ουσιαστικά έχουν ένα ενιαίο σύστημα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης».

Ενας από τους βασικούς λόγους που οι ΗΠΑ παρουσιάζουν πολύ χαμηλά επίπεδα διαγενεακής κινητικότητας είναι η άνιση πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση, τόσο πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια όσο και ανώτατη, σε σχέση με τις χώρες της Ευρώπης.

Κληρονομικός καπιταλισμός

Η κεντρική ιδέα του βιβλίου του Πικετί, όπως την εξηγεί ο Κρούγκμαν, είναι ότι οι εξελίξεις της τελευταίας τριακονταετίας στη Δύση οδηγούν προς μία νέα εκδοχή του «κληρονομικού καπιταλισμού», όπου η οικονομία θα ελέγχεται «όχι από άτομα με ταλέντο, αλλά από οικογενειακές δυναστείες». Το ζήτημα δεν είναι μόνο η αυξημένη ανισότητα, που όσον αφορά το πλουσιότερο 1% στις ΗΠΑ έχει επανέλθει σε επίπεδα του 1910. Το είδος του πλούτου που κατέχει η μεγαλοαστική τάξη, κατά τον Πικετί, ευνοεί όχι μόνο την περαιτέρω υπερσυγκέντρωσή του, αλλά και τη διαιώνιση της οικονομικής ισχύος των σημερινών πλουσίων.

Στη Γαλλία, για παράδειγμα (σύμφωνα με το βιβλίο), το ποσοστό του κληρονομημένου επί του συνολικού πλούτου μειώθηκε δραστικά από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ώς το 1970, όταν κυμαινόταν κάτω από το 50%. Σήμερα, έχει ξεπεράσει το 70%. Στη Βρετανία το 1910, το 40% του εθνικού εισοδήματος ανήκε στο κεφάλαιο. Εξήντα χρόνια αργότερα, το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί στο μισό. Σήμερα, προσεγγίζει το 30%. Ακόμα και στις ΗΠΑ, όπου η διευρυνόμενη ανισότητα οφείλεται κυρίως στους «υπερ-μισθούς» των κορυφαίων στελεχών μεγάλων επιχειρήσεων, σημειώνει ο Κρούγκμαν, τα στελέχη αυτά έχουν κληρονόμους και «η Αμερική σε δύο δεκαετίες μπορεί να κυριαρχείται περισσότερο από ραντιέρηδες και να είναι πιο άνιση από την Ευρώπη της Μπελ Επόκ».

Ο Πικετί, όπως και ο Κρούγκμαν, προτείνουν ως βασικό αντίδοτο την αύξηση της φορολογίας στον πλούτο και την κληρονομιά. Το ερώτημα είναι τι ελπίδες έχει μία τέτοια ατζέντα σε κοινωνίες όπου η αυξημένη ανισότητα συνεπάγεται και συγκέντρωση της πολιτικής επιρροής ακριβώς στα χέρια εκείνα που θα πλήττονταν από την εφαρμογή της.