ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ολι Ρεν: «Ηλίθια» η συμφωνία Μέρκελ, Σαρκοζί στην Ντοβίλ

oli-ren-ilithia-i-symfonia-merkel-sarkozi-stin-ntovil-2032416

Δριμεία κριτική κατά των Ευρωπαίων ηγετών, και ειδικότερα κατά των κ.κ. Μέρκελ και Σαρκοζί, εξαπέλυσε χθες ο απερχόμενος επίτροπος Οικονομικών, Ολι Ρεν, καταλογίζοντας στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ολιγωρία στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους και «ηλίθιες» επιλογές που την επέτειναν, οδηγώντας εκτός αγορών την Ιρλανδία. Απελευθερωμένος από τους περιορισμούς του επιτρόπου καθώς εγκαταλείπει το χαρτοφυλάκιό του για να αναλάβει καθήκοντα ως ευρωβουλευτής, ο κ. Ρεν επέκρινε τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης ότι έχασαν δύο πολύτιμα χρόνια προτού δημιουργήσουν έναν πραγματικά ισχυρό μηχανισμό στήριξης για την αντιμετώπιση της κρίσης, εξωθώντας, έτσι, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παρέμβει για τη διάσωση του ευρώ.

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Wall Street Journal ανέφερε τις τρεις στιγμές που θεώρησε πιο επικίνδυνες για την Ευρωζώνη, με πρώτη την αποτυχία των Ευρωπαίων ηγετών να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στις αγορές τον Μάιο του 2010 όταν συμφωνήθηκε το πρώτο πακέτο στήριξης της Ελλάδας, την αποσταθεροποίηση των αγορών το φθινόπωρο του 2011 και τον Ιούνιο του 2012, όταν η Ευρωζώνη βρέθηκε κοντά στη διάσπασή της. Οπως τόνισε, όταν συμφωνήθηκε το πακέτο διάσωσης της Ελλάδας, «είχαμε κάποια σταθερότητα μόνο για μία ημέρα» και χρειάστηκε να ακολουθήσει νέα τρικυμία στις αγορές κεφαλαίου ώστε να αναγκασθούν οι Ευρωπαίοι ηγέτες να συμφωνήσουν λίγες ημέρες αργότερα τη δημιουργία του μηχανισμού στήριξης.

Επέρριψε, άλλωστε, άμεσα την ευθύνη για τη νέα όξυνση της κρίσης στη Γερμανίδα καγκελάριο και στον τότε πρόεδρο της Γαλλίας, Νικολά Σαρκοζί, που με την «ηλίθια συμφωνία» τους τον Οκτώβριο του 2010 στο γαλλικό θέρετρο της Ντοβίλ έβαλαν «το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της Ιρλανδίας». Ο λόγος, υποστήριξε ο κ. Ρεν, ήταν η πρόβλεψη της επίμαχης συμφωνίας να δίνεται προτεραιότητα στην αποπληρωμή του μόνιμου μηχανισμού στήριξης έναντι των ιδιωτών επενδυτών, καθώς αυτή τρόμαξε τους ιδιώτες επενδυτές με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί πάνω από το 7% το κόστος δανεισμού της χώρας και να καταστεί αναπόφευκτη η διάσωσή της.

Ως εξίσου κρίσιμη φάση ανέφερε τη σύνοδο του G20 στις Κάννες τον Νοέμβριο του 2011, όταν εντείνονταν οι πιέσεις στις αγορές επειδή επικρατούσε αμφιβολία για τη δυνατότητα της Ιταλίας να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις ενώ ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γιώργος Παπανδρέου, είχε εξαγγείλει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Σε μια επαρκώς υποτιμητική για την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία αποστροφή του, ανέφερε πως ο Αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, ηγήθηκε τότε των συζητήσεων με τους Ευρωπαίους ηγέτες «σαν δάσκαλος δημοτικού σχολείου, με πολύ έντεχνο τρόπο». Σε ό,τι αφορά τον Ιούνιο του 2012, όταν «βρισκόταν πολύ κοντά ο κίνδυνος μιας διάσπασης του ευρώ», η Ελλάδα ζούσε την αγωνία μιας δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης μέσα σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών και επικρατούσε η ανησυχία πως το αποτέλεσμα θα ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα για «μαζικές αναλήψεις καταθέσεων που θα προκαλούσαν ανεξέλεγκτη αστάθεια στις χρηματαγορές».

Ο απερχόμενος επίτροπος δεν παρέλειψε, πάντως, να υπογραμμίσει πως ένας πρόσθετος παράγοντας αβεβαιότητας ήταν η ασαφής θέση της Γερμανίας ως προς το πόσο σθεναρά υποστήριζε την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Ως καθοριστικές κινήσεις που συνέδραμαν στην αποκλιμάκωση της κρίσης χρέους ανέφερε τη δημιουργία του μόνιμου μηχανισμού στήριξης (ESM) αλλά και όσα έκανε η ΕΚΤ για να στηρίξει τη δήλωση του προέδρου της, Μάριο Ντράγκι, τον Ιούλιο του 2012, πως θα «κάνει ό,τι χρειαστεί για να διασώσει το ευρώ», που όντως επανέφερε ηρεμία στις αγορές κεφαλαίου. Σύμφωνα με τον κ. Ρεν, η Ευρωζώνη έπρεπε να είχε συμφωνήσει το 2010 το «μεγάλο μπαζούκα» των οικονομικών διασώσεων με «κοινές και πολλαπλές» εγγυήσεις από όλες τις κυβερνήσεις για τη χρηματοδότηση των πακέτων στήριξης. Οπως καταλήγει, «υπό αυτήν την έννοια σπαταλήσαμε δύο πολύτιμα χρόνια ως προς την αντιμετώπιση της κρίσης και αναγκάστηκε να παρέμβει η ΕΚΤ επειδή δεν υπήρχε άλλο αξιόπιστο τείχος προστασίας».

«Οχι» Σόιμπλε στη χαλάρωση του Συμφώνου

Ακαμπτος εμφανίζεται για μια ακόμη φορά ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, στην απάντηση που έδωσε μέσω συνέντευξής του στους Financial Times ως προς τις εκκλήσεις της Ιταλίας και της Γαλλίας για χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας. «Οπως λέω πάντα, δεν πρέπει να μιλάμε για τροποποιήσεις, πρέπει να κάνουμε αυτό που λένε οι κανόνες και να τηρούμε τα συμφωνηθέντα» τόνισε για μια ακόμη φορά ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών. Εμφανίζεται, άλλωστε, να διαψεύδει τις πληροφορίες του Reuters πως ο Ιταλός πρωθυπουργός, Ματέο Ρέντσι, κατέληξε σε συμφωνία με τη Γερμανίδα καγκελάριο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα υπάρχει η δυνατότητα να παραταθεί το χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Τόνισε χαρακτηριστικά στη βρετανική εφημερίδα πως δεν έχει ακούσει κανένα αίτημα για μεγαλύτερη ευελιξία στους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας ούτε από τον Ιταλό πρωθυπουργό ούτε από κανέναν άλλο.