ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υψηλές αποδόσεις κόντρα στην πραγματικότητα

ypsiles-apodoseis-kontra-stin-pragmatikotita-2032783

Είναι βέβαιο ότι οι διεθνείς κεφαλαιαγορές είχαν καλές επιδόσεις και αποδόσεις το πρώτο εξάμηνο του έτους, αν και υπήρξε παράλληλα μία απροσδόκητη μερίδα οικονομικών απογοητεύσεων, αστοχιών στην εφαρμογή των δημοσιονομικών πολιτικών, καθώς και γεωπολιτικών δραμάτων. Μέσα στους επόμενους έξι μήνες, πάντως, οι διεθνείς κεφαλαιαγορές θα χρειαστούν καλύτερες ειδήσεις για να διατηρήσουν την απόδοσή τους. Εάν, τώρα, το κατορθώσουν, είναι μάλλον απίθανο να επαναλάβουν τα ίδια ευρύτατα κέρδη τους. Στις αρχές του τρέχοντος έτους ελάχιστοι είχαν προβλέψει ότι η αμερικανική οικονομία θα συρρικνωνόταν δραστικά κατά 2,9% το πρώτο τρίμηνο, ότι η Ρωσία θα προσαρτούσε την Κριμαία και ότι το Ιράκ θα έπεφτε θύμα της αναμόχλευσης μίας εμφύλιας διαμάχης. Οι προαναφερθέντες παράγοντες συνέβαλαν στο να επιταθούν οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν ούτως ή άλλως οι ήδη εξασθενημένες οικονομίες. Περισσότερο προβλέψιμη ήταν μία σειρά από πολιτικές αποτυχίες, όπως η αποκαρδιωτική πρόοδος της Ιαπωνίας σε επίπεδο μεταρρυθμίσεων και η υιοθέτηση μίας παρατεταμένα ανισόρροπης μακροοικονομικής προσέγγισης από άλλες χώρες, η οποία βασιζόταν και σε υπερβολικό βαθμό και για πολύ μεγάλα διαστήματα μόνο στα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής.

Ωστόσο, μετά δυσκολίας θα μπορούσες να εντοπίσεις πολλές αγορές, οι οποίες να έχουν υποστεί σοβαρές συνέπειες. Αντί να υπάρξουν μαζικές πωλήσεις μετοχών, σε διεθνή κλίμακα οι τιμές των μετοχών παρουσίασαν άνοδο, ακριβώς όπως και τα εταιρικά ομόλογα, τα εμπορεύματα και τα χρεώγραφα των αναδυόμενων αγορών. Ιστορικά μιλώντας, τέτοια ευρύτατης κλίμακας κέρδη θα υποδήλωναν ότι η παγκόσμια οικονομία βελτιώνεται. Όχι, όμως, αυτήν τη φορά. Αντ’ αυτού, οι αναλυτές δαπάνησαν μεγάλο μέρος του πρώτου εξαμήνου, όχι μόνον αναθεωρώντας προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για την ανάπτυξη το 2014 σε πολλές χώρες, αλλά και υποβαθμίζοντας τις προβλέψεις τους και για τα προσεχή έτη. Η απάντηση στον γρίφο βρίσκεται σε μία άλλη κατηγορία επενδυτικού προϊόντος, η οποία είχε καλές επιδόσεις το πρώτο εξάμηνο. Πρόκειται για τα κρατικά ομόλογα, συμπεριλαμβανομένων όσων εκδίδουν η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, τα οποία θεωρούνται μηδαμινού επενδυτικού κινδύνου. Το γεγονός ότι τα κρατικά ομόλογα προκάλεσαν ζωηρό αγοραστικό ενδιαφέρον το πρώτο εξάμηνο σχετίζεται με τη συνεχιζόμενη επιρροή της πολιτικής των κεντρικών τραπεζών επί των αγορών. Εντούτοις, οι κεντρικές τράπεζες έδειξαν εμφανώς την προθυμία τους να παρατείνουν την αναζήτησή τους για τόνωση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και να καταστείλουν την αστάθεια των αγορών.

Αυτό θα κατατείνει στο να ενισχυθούν οι επιπτώσεις της χαμηλότερης διαρθρωτικής ανάπτυξης και των ασθενέστερων πληθωριστικών δυνάμεων. Δεν χρειάζεται να αναρωτηθεί κανείς γιατί και ο ιδιωτικός τομέας ακολουθεί στον ίδιο ρυθμό και συντηρεί την κατάσταση, διευκολύνοντας τις πιστώσεις. Ετσι, καθίσταται εμφανές με τη χαλάρωση των προδιαγραφών δανειοδότησης, την αναθέρμανση των δραστηριοτήτων στις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές, καθώς και την ολοένα και μεγαλύτερη διάθεση για δανεισμό και μόχλευση. Δεδομένου ότι οι κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να αποτελούν μεγάλο μέρος της εξήγησης για τον συσχετισμό μεταξύ των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και των οικονομικών μεγεθών, οι επενδυτές θεωρούν ότι βρίσκονται σε μία κατάσταση χωρίς απώλειες. Είτε οι αντισυμβατικές πολιτικές των κεντρικών τραπεζών θα αποβούν επιτυχημένες στην τόνωση της οικονομίας είτε τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να αποδυθούν σε έτι περαιτέρω και πιο μακρόχρονη στήριξη των αγορών.

Oι επενδυτές συνεχίζουν να απολαμβάνουν τη θαλπωρή αυτού του χαλαρού νομισματικού περιβάλλοντος. Ομως δεν θα έπρεπε να φανούν τόσο ανόητοι και να αγνοήσουν πολύ γρήγορα την πρόσφατη απερίφραστη προειδοποίηση της Τράπεζας των Διεθνών Διακανονισμών (BIS), κοινώς γνωστής ως Κεντρικής Τράπεζας των Κεντρικών Τραπεζών. Η ΒΙS ανέφερε ότι η σημερινή κατάσταση χρήζει προσοχής, «όπως όλες οι χρηματοπιστωτικές φούσκες που σκορπούν τη νεραϊδόσκονη του παραπλανητικού πλούτου».

* Ο κ. Ελ Εριάν είναι τέως διευθύνων σύμβουλος της PIMCO