ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η δύναμη των ψηφοφόρων

i-dynami-ton-psifoforon-2037000

Γιατί οι κυβερνήσεις στις κοινωνίες με δημοκρατικό πολίτευμα δεν καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες για να καταπολεμήσουν την εισοδηματική ανισότητα; Με βάση τη θεωρία του μέσου ψηφοφόρου, οι πολιτικοί επιθυμούν την εκλογή τους ώστε να γεφυρώσουν το εισοδηματικό χάσμα και έτσι να ικανοποιήσουν τους ψηφοφόρους. Οσο εμπεριστατωμένη και εάν ακούγεται αυτή η θεωρία δεν απηχεί τόσο την πραγματικότητα. Ερευνες αποκαλύπτουν ότι δεν υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στο εισοδηματικό χάσμα οποιασδήποτε χώρας και τις προσπάθειες των κυβερνήσεων να το γεφυρώσουν με την αύξηση της φορολόγησης των πλουσίων υπέρ των φτωχών.

Και υπάρχουν πολύ καλοί λόγοι για να μη γίνεται κάτι τέτοιο. Οι φτωχοί ψηφίζουν λιγότερο από τους πλούσιους, περιορίζοντας τη σφαίρα επιρροής τους στις κάλπες. Τείνουν δε να μην ψηφίζουν αποκλειστικά με βάση το οικονομικό συμφέρον τους, αλλά λαμβάνουν υπόψη και άλλα ζητήματα όπως τις αμβλώσεις, το περιβάλλον και την οπλοκατοχή.

Συν τοις άλλοις, οι πλούσιοι διαθέτουν τα μέσα για να αγοράσουν πολιτική δύναμη και να τη χρησιμοποιήσουν για την προάσπιση των συμφερόντων τους. Ο πολιτικός επιστήμονας Μπάρι Μπάρτελς ισχυρίζεται πως οι πλούσιοι έχουν τριπλάσια επιρροή από τους φτωχούς ψηφοφόρους στο αμερικανικό Κογκρέσο και τη Γερουσία, ειδικότερα. Ερευνητές στο πανεπιστήμιο του Ανόβερου στη Γερμανία δίνουν μια απλούστερη ερμηνεία: οι ψηφοφόροι δεν απαιτούν την ανακατανομή του πλούτου διότι απλά δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν πόσο μεγάλη είναι η εισοδηματική ανισότητα. Με βάση έρευνα του Διεθνούς Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (International Social Survey Programme) όπου ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να βαθμολογήσουν την εισοδηματική τους κλίμακα από το 1 μέχρι το 10, η Καρίνα Εγκελχαρντ και ο Αντρέας Βάγκενερ προσπάθησαν να αξιολογήσουν την ανισότητα έτσι όπως την αντιλαμβανόταν ο καθένας. Και τελικά, η άποψη του καθενός δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Από όλες τις 26 χώρες που περιλαμβάνονταν στην έρευνα προέκυψε ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες στον ανεπτυγμένο κόσμο θεωρούν πως η εισοδηματική ανισότητα είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με την πραγματικότητα. Εκεί δε που οι ψηφοφόροι θεωρούν ότι το χάσμα είναι μεγαλύτερο, οι κυβερνήσεις καταλαμβάνουν περισσότερες προσπάθειες για να το γεφυρώσουν, ασχέτως από το τι ισχύει στην πραγματικότητα. «Εάν οι ψηφοφόροι-πολίτες μιας χώρας αναγάγουν την ανισότητα ως μείζον ζήτημα, τότε οι πολιτικοί αισθάνονται υποχρεωμένοι να αντιδράσουν ακόμα και όταν δεν τίθεται ζήτημα», συμπέραναν οι ίδιοι.

Οι πολίτες στις ΗΠΑ όχι μόνον ανέχονται ένα από τα μεγαλύτερα εισοδηματικά χάσματα στον ανεπτυγμένο κόσμο αλλά οι κυβερνώντες πράττουν τα ελάχιστα για να αντιμετωπίσουν το ζήτημα. Ως εκ τούτου, οι Αμερικανοί δεν αντιλαμβάνονται το χάσμα αυτό σε όλη του την έκταση. Θεωρούν πως ένας πολίτης που βρίσκεται στη μέση της κατανομής του πλούτου όλης της χώρας κερδίζει μόνον 4% λιγότερα από τον εθνικό μέσον όρο, όταν στην πραγματικότητα είναι κατά 16% λιγότερο ευκατάστατος, καταλήγουν η Καρίνα Εγκελχαρντ και ο Αντρέας Βάγκενερ. Θα ζητούσαν οι Αμερικανοί την εφαρμογή μιας οικονομικής πολιτικής τύπου «Ρομπέν των Δασών» εάν είχαν επίγνωση του πραγματικού μεγέθους της εισοδηματικής ανισότητας; Ερευνα του πανεπιστημίου Χάρβαρντ και του Εθνικού Πανεπιστημίου της Αργεντινής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι Αργεντινοί που είχαν υπερεκτιμήσει την εισοδηματική κλίμακά τους απαίτησαν μεγαλύτερη ανακατανομή πλούτου όταν συνειδητοποίησαν την πραγματικότητα.