ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Άποψη: Παγκοσμιοποίηση και φορολογία

Άποψη: Παγκοσμιοποίηση και φορολογία

Η ​​διεθνοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας και η αλλαγή του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργούν πλέον οι οικονομίες έχουν επιφέρει αλλαγές στα φορολογικά συστήματα οι οποίες βρίσκονται σε αντίθεση με παραδοσιακά δόγματα για τη φορολογία και τις μέχρι πρότινος προτεραιότητες της φορολογικής πολιτικής. Κοινό χαρακτηριστικό των αλλαγών αυτών είναι η εστίασή τους στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, αδιαφορώντας ή θέτοντας σε δευτερεύουσα μοίρα τις επιπτώσεις στις οικονομικές ανισότητες και στην κατανομή των φορολογικών βαρών. Το ενδιαφέρον των χωρών να παραμείνουν ελκυστικές στις επενδύσεις και των επενδυτών να εκμεταλλευθούν τις ευκαιρίες που παρέχονται διεθνώς είχε ως επακόλουθο να αναπτυχθεί μεταξύ των χωρών ένας φορολογικός ανταγωνισμός οι συνέπειες του οποίου δεν έχουν αξιολογηθεί.

Ο ανταγωνισμός αυτός είχε το θετικό ότι, για να κάνουν οι κυβερνήσεις τα φορολογικά συστήματα περισσότερο «φιλικά», προχώρησαν στον εκσυγχρονισμό τους και στην εξάλειψη ή περιορισμό των στρεβλώσεων που προκαλούν στην οικονομία. Ταυτόχρονα όμως δημιούργησε νέες μεθόδους αποφυγής των φόρων και έδωσε στις κυβερνήσεις τη δυνατότητα να εκμεταλλευθούν τη φορολογία για την προσέλκυση κεφαλαίων και άλλων κινητικών συντελεστών παραγωγής, κάτι που προκάλεσε μείωση των φορολογικών εσόδων σε άλλες χώρες, μεταφορά φορολογικού βάρους από κινητικούς σε λιγότερο κινητικούς συντελεστές παραγωγής, αλλαγές στη διάρθρωση των φορολογικών συστημάτων και άνιση κατανομή των φορολογικών βαρών.

Υπήρξε κατ’ αρχάς μια μεταστροφή από τη φορολογία του εισοδήματος στη φορολογία της κατανάλωσης, λόγω μικρότερης επίδρασης που ασκεί η τελευταία στις αποταμιεύσεις, στις επενδύσεις και στην οικονομική αποτελεσματικότητα, θυσιάζοντας τη δυσμενή της επίδραση στην κατανομή των φορολογικών βαρών.

Στη φορολογία των επιχειρήσεων, τα κέρδη μπορούν πλέον να μεταφέρονται σε χώρες με χαμηλότερη φορολογία, χωρίς να χρειάζεται μεταφορά του τόπου άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας. Αποτέλεσμα, όλες σχεδόν οι χώρες να προχωρήσουν σε μείωση των φορολογικών συντελεστών (από 41% το 1986 σε κάτω από 25% στις χώρες του ΟΟΣΑ). Παρατηρείται επίσης ότι η φορολόγηση είναι στις μικρότερες οικονομίες χαμηλότερη κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες απ’ ό,τι στις οικονομίες μεσαίου μεγέθους και κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες από αυτή των μεγάλων οικονομιών! Κάποιες επίσης χώρες προσφέρουν ειδικά φορολογικά προνόμια σε επιχειρήσεις που αναζητούν συμφέροντες τόπους προορισμού, ενώ άλλες το διαπραγματεύονται με μεγάλες επιχειρήσεις, (π.χ. η Apple στην Ιρλανδία φορολογείται με συντελεστή χαμηλότερο από 2%, η Ολλανδία δίνει τη δυνατότητα στην Apple, Google, Microsoft, Starbucks να μεταφέρουν κέρδη σε «εταιρείες-σφραγίδες» κ.ο.κ.).

Στη φορολογία των φυσικών προσώπων ο φορολογικός ανταγωνισμός έχει οδηγήσει κάποιες χώρες (Σουηδία, Δανία, Αυστρία, Ολλανδία κ.λπ.) στην εφαρμογή ενός δυαδικού συστήματος, με το οποίο το εισόδημα από κεφάλαιο φορολογείται με χαμηλό συντελεστή, ενώ διατηρείται η προοδευτική κλίμακα με τους υψηλούς της συντελεστές για το εισόδημα από εργασία. Παράλληλα, ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής μειώθηκε στις χώρες του ΟΟΣΑ από 67% το 1986 σε 41,7 % το 2010, ενώ σε πολλές χώρες μειώθηκε το εισόδημα πάνω από το οποίο επιβάλλεται ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής. Δηλαδή, αυξήθηκε ο αριθμός αυτών που φορολογούνται ως πλούσιοι και μειώθηκε ο συντελεστής των πραγματικά πλουσίων!

Αλλαγές υπάρχουν επίσης και στους φόρους κεφαλαίου με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα τους φόρους καθαρού πλούτου. Οι φόροι αυτοί επιβαρύνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία (χρεόγραφα, καταθέσεις, ακίνητα, σκάφη κ.λπ.), αλλά ο διεθνής φορολογικός ανταγωνισμός, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες που υπάρχουν σήμερα να εντοπισθούν οι κινητικές κατηγορίες πλούτου έχει κάνει εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την εφαρμογή του. Ετσι, οι περισσότερες χώρες τον κατάργησαν (Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία, Δανία κ.λπ.) και τα μόνα πλέον περιουσιακά στοιχεία που φορολογούνται είναι τα ακίνητα. Δηλαδή τα περιουσιακά στοιχεία που από τη φύση τους δεν μπορούν να μετακινηθούν ανάλογα με το φορολογικό καθεστώς, ενώ απαλλάχθηκαν από τη φορολογία τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία συγκεντρώνουν τον πλούτο τους οι υψηλές εισοδηματικές τάξεις. Για τους ίδιους περίπου λόγους, κάποιες χώρες έχουν καταργήσει και τους κατεξοχήν φόρους περιορισμού της συγκέντρωσης του πλούτου που είναι οι φόροι κληρονομιάς (π.χ. Αυστραλία, Καναδάς, Μεξικό).

Τέλος, λόγω φορολογικού ανταγωνισμού, έχουν μειωθεί οι φόροι υπεραξίας, ενώ σε κάποιες χώρες με πολύ ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς για τις επενδύσεις (π.χ. Ολλανδία, Χονγκ Κονγκ), έχουν καταργηθεί εντελώς. Ετσι όμως παρέχεται η δυνατότητα αποφυγής του φόρου εισοδήματος μετατρέποντας το κανονικό εισόδημα σε εισόδημα από υπεραξία, κάτι που μπορούν να εκμεταλλευθούν οι ανώτερες οικονομικά τάξεις με προφανείς επιπτώσεις στην κατανομή των βαρών. Αντίστοιχες μειώσεις παρατηρούνται στους παρακρατούμενους φόρους που επιβάλλονται στο εισόδημα των αλλοδαπών από μετοχές, τόκους και άλλες κινητές αξίες, ενώ όλο και περισσότεροι διοχετεύουν τις αποταμιεύσεις τους σε χρηματοοικονομικά προϊόντα που έχουν ευνοϊκή φορολογική αντιμετώπιση στη διεθνή χρηματαγορά.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές η φορολογία είναι δύσκολο να παίξει τον παραδοσιακό ρόλο της αναδιανομής και κάποιοι φόροι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αποδώσουν επαρκή έσοδα. Και επειδή όσο πιο κινητικό γίνεται το κεφάλαιο, τόσο δυσκολότερο είναι για τις κυβερνήσεις να το φορολογήσουν, το βάρος των κρατικών προϋπολογισμών μεταφέρεται όλο και περισσότερο στους λιγότερο κινητικούς συντελεστές παραγωγής, όπως είναι η εργασία.

Στο έντονα ανταγωνιστικό αυτό διεθνές φορολογικό περιβάλλον, η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει την πίεση των δημοσιονομικών της προβλημάτων, της οικονομικής ύφεσης, και την ανάγκη για διαρθρωτικές αλλαγές με συνέπεια η ισορροπία ανάμεσα στους, εν πολλοίς αντικρουόμενους στόχους, να αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση.

* Ο κ. Ν. Τάτσος είναι καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.