ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η κεντρική τράπεζα που αποτελεί εξαίρεση

i-kentriki-trapeza-poy-apotelei-exairesi-2038116

Μόνη μεταξύ των ομοίων της, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αντιστάθηκε στην πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης. Αυτή η πολιτική -ουσιαστικά η δημιουργία χρήματος για την αγορά περιουσιακών στοιχείων- έχει χρησιμοποιηθεί σε διαφορετικές περιστάσεις από τις κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Ιαπωνίας ώστε να καταπολεμηθεί ο αποπληθωρισμός και να ενισχυθεί η οικονομία που είχε πληγεί σοβαρά από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Ωστόσο, η ΕΚΤ εξακολουθεί ν’ αποφεύγει την ποσοτική χαλάρωση, αντιμετωπίζοντάς τη ως το έσχατο όπλο, παρόλο που η Ευρωζώνη υποφέρει από χαμηλό πληθωρισμό με τις τιμές ν’ αυξάνονται μόλις κατά 0,5% τον Μάιο και τον Ιούνιο, δηλαδή πολύ λιγότερο από το στόχο του 2%. Είναι σωστό ή λάθος να μην ακολουθείται μια πολιτική που έχει γίνει συνηθισμένη πρακτική σε άλλες χώρες;

Ενας λόγος ν’ αμφισβητεί κανείς την αποτελεσματικότητα της ποσοτικής χαλάρωσης στην Ευρωζώνη είναι ότι εδώ, σε αντίθεση με την Αμερική, η πλειονότητα των πιστώσεων προέρχεται από τις τράπεζες και όχι από τις αγορές. Ενα από τα βασικά επιτεύγματα της ποσοτικής χαλάρωσης στην Αμερική ήταν η μείωση του κόστους δανεισμού για τις εταιρείες. Η αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) αγοράζοντας κρατικά ομόλογα και τιτλοποιημένα ενυπόθηκα δάνεια μείωσε την απόδοσή τους και έσπρωξε τους επενδυτές προς τα εταιρικά ομόλογα, με αποτέλεσμα να μειωθεί η απόδοση και αυτών. Αναγκαστικά η ποσοτική χαλάρωση δεν θα έχει τόσο ισχυρή επίδραση στην Ευρωζώνη. Πράγμα που σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να καταπολεμήσει τον χαμηλό πληθωρισμό μέσω των τραπεζών. Προσπαθεί να το πετύχει με δύο τρόπους. Τον Ιούνιο μείωσε το βασικό επιτόκιο δανεισμού στο 0,15% και εισήγαγε αρνητικά επιτόκια για τις καταθέσεις των τραπεζών μειώνοντας με αυτό τον τρόπο το κόστος του χρήματος και διακόπτοντας την ενίσχυση του ευρώ που ενίσχυε τις αποπληθωριστικές πιέσεις. Επιπλέον, η ΕΚΤ θέλοντας να ενισχύσει την ανάκαμψη στη νότιο Ευρώπη ανακοίνωσε ότι θα δώσει νέα μακροχρόνια φθηνά δάνεια στις τράπεζες υπό τον όρο ότι θα τα δώσουν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις που υποφέρουν από την έλλειψη ρευστότητας.

Ακόμη όμως και αν αυτά τα μέτρα, με την πάροδο του χρόνου, βοηθήσουν στην ανάκαμψη του πληθωρισμού στο 2%, η Ευρωζώνη ξεχωρίζει μεταξύ των μεγάλων οικονομιών για το πόσο χαμηλά έχει υποχωρήσει ο πληθωρισμός της και για πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο χαμηλός πληθωρισμός πλήττει τους οφειλέτες στην Ευρωζώνη διότι το εισόδημα τους αυξάνεται με μικρότερο ρυθμό απ’ αυτόν που είχαν υπολογίσει όταν δανείζονταν και η κατάστασή τους θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο αν ο χαμηλός πληθωρισμός εξελιχθεί σε αποπληθωρισμό. Η ονομαστική τιμή του χρέους αυξάνεται όταν πέφτουν οι τιμές, ολέθρια επίπτωση για την Ευρωζώνη όπου σε πολλές χώρες το ιδιωτικό και το δημόσιο χρέος βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Επιπλέον, η απειλή του αποπληθωρισμού είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι αναγνωρίζει η ΕΚΤ διότι η πλειοψηφία των οικονομολόγων που προβλέπει επιστροφή του πληθωρισμού στο 2% εντός της επόμενης πενταετίας βασίζεται περισσότερο στην πίστη τους στην ΕΚΤ παρά στην ερμηνεία των οικονομικών εξελίξεων. Οπως φαίνεται από τις εξελίξεις στις αγορές, βραχυπρόθεσμα οι επενδυτές προβλέπουν πτώση του πληθωρισμού με συνέπεια η κυκλοφορία του χρήματος στην πραγματική οικονομία ν’ αυξάνεται φέτος μόλις κατά 1% ενισχύοντας την ανάγκη για υιοθέτηση της πολιτικής της ποσοτικής χαλάρωσης.

Ο πραγματικός λόγος που η ΕΚΤ είναι αλλεργική στην ποσοτική χαλάρωση οφείλεται στη μοναδική θέση που έχει ως υπερεθνικός οργανισμός που ορίζει τη νομισματική πολιτική χωρών που εξακολουθούν να έχουν διαφορετική δημοσιονομική πολιτική. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες η ΕΚΤ θα έπρεπε ν’ αγοράσει κρατικά ομόλογα 18 διαφορετικών χωρών σε ποσότητα ανάλογη με το μέγεθος κάθε οικονομίας. Αυτές οι αγορές θα είχαν πολύ μεγαλύτερη επίδραση στην περιφέρεια της Ευρωζώνης, γεγονός που ειδικότερα η Γερμανία φοβάται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα να μειωθεί η πίεση προς αυτές τις χώρες να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις και να μειώσουν τα ελλείμματά τους. Επιπλέον, η ΕΚΤ θα γινόταν κάτοχος κρατικών ομολόγων χαμηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης. Πρόκειται για υπαρκτούς κινδύνους που πηγάζουν από την πρόωρη δημιουργία της νομισματικής ένωσης. Ωστόσο, η ΕΚΤ διέσχισε τον Ρουβίκωνα το 2012 όταν υποσχέθηκε ν’ αγοράσει απεριόριστη ποσότητα κρατικών ομολόγων εφόσον χρειαστεί. Αυτή η εγγύηση έσωσε το ευρώ από την οργή των αγορών. Ωστόσο υπαρξιακή κρίση θα ξεσπάσει και αν η Ευρωζώνη πέσει σε παγίδα χρέους-αποπληθωρισμού. Σε αυτές τις περιστάσεις η υπομονή είναι ασύνετη: η ΕΚΤ θα πρέπει να δράσει.