ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το ιταλικό πρόβλημα του Μάριο Ντράγκι

to-italiko-provlima-toy-mario-ntragki-2039511

Η ύφεση της ιταλικής οικονομίας αποτελεί πολύ καλό παράδειγμα όχι μόνο των ισχυρών πιέσεων που ασκούνται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ώστε να προχωρήσει σε ριζοσπαστικά μέτρα και ν’ αποτρέψει το ενδεχόμενο του αποπληθωρισμού, αλλά και γιατί αυτά τα μέτρα μπορεί κάλλιστα να μη λειτουργήσουν αποτελεσματικά.

Η ύφεση της ιταλικής οικονομίας, για τρίτη φορά από το 2008, σε συνδυασμό με την ανησυχητική πτώση των παραγγελιών στη γερμανική βιομηχανία, αύξησε, αδίκως όπως αποδείχτηκε, την περασμένη εβδομάδα τις προσδοκίες ότι η ΕΚΤ θα μπορούσε να προωθήσει το πολυσυζητημένο σχέδιο της νομισματικής χαλάρωσης. Οι τιμές των ιταλικών κρατικών ομολόγων προδίδουν ότι οι επενδυτές είναι πεπεισμένοι πως η ιταλική οικονομία θα βιώσει κανονικό αποπληθωρισμό, ενώ τους πρόσφατους μήνες το ίδιο συμβαίνει και με τριετή και πενταετή κρατικά ομόλογα της Γερμανίας και της Γαλλίας. Μεγάλο μέρος των αμφιβολιών μπορεί να πηγάζει από διαρθρωτικά ζητήματα που δεν υπόκεινται στον άμεσο έλεγχο της ΕΚΤ. Η ποσοτική χαλάρωση έχει διχάσει βαθιά την Ευρωζώνη καθώς φέρνει στο προσκήνιο ακανθώδη ζητήματα όπως το πώς θα κατανείμει η ΕΚΤ τα μέτρα τόνωσης της οικονομίας μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Επίσης η ευρωπαϊκή αγορά ενυπόθηκων τιτλοποιημένων ομολόγων, μέσω της οποίας θα κάνει τις αγορές της η ΕΚΤ, είναι μικρή και διαθέτει μικρή ρευστότητα ιδίως αν συγκριθεί με την αμερικανική.

Δεδομένων των συνθηκών, αν δεν αλλάξει κάτι, θα περίμενε κανείς ότι η ΕΚΤ θα φερθεί έξυπνα και ότι θα προχωρήσει στην ποσοτική χαλάρωση και μάλιστα ότι θα στηρίξει περισσότερο τις οικονομίες που αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα προβλήματα. Ομως σπανίως οι συνθήκες είναι δεδομένες και υπάρχουν πολλοί λόγοι να σκεφτεί κανείς πως η ΕΚΤ δεν θέλει το μέγεθος της βοήθειας προς τις αδύναμες οικονομίες να είναι μεγαλύτερο από την προσπάθεια που αυτές καταβάλλουν να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ο φόβος είναι ότι αν χαλαρώσει υπερβολικά η νομισματική πολιτική, τότε μπορεί να μην εφαρμοστούν ποτέ οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί η ίδια η τράπεζα. Η ΕΚΤ είναι λογικό να ακολουθεί αυτή την τακτική, ωστόσο υπάρχουν επιπτώσεις για τους περιφερειακούς παίκτες. Δικαίως οι επενδυτές θεωρούν πως η τακτική που ακολουθεί η ΕΚΤ καθυστερεί και αποδυναμώνει τα μέτρα τόνωσης της οικονομίας. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι έχει δώσει προτεραιότητα στις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, υποστηρίζοντας ότι η ολοκλήρωσή τους θα επιφέρει πολιτική σταθερότητα, η οποία με τη σειρά της θα επιτρέψει την ταχύτερη εφαρμογή των οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Μπορεί η στρατηγική του να επιτύχει, ωστόσο είναι σαφές ότι η διαδικασία θα είναι αργή, θα περιλαμβάνει στάσεις και ενδεχομένως ένα δημοψήφισμα.

Ο αργός ρυθμός με τον οποίον εφαρμόζονται οι μεταρρυθμίσεις έχει συνεισφέρει στην εκδήλωση της ύφεσης, υποστηρίζει ο κ. Γιασίν Ρουιμί, οικονομολόγος της Societe Generale. «Η πρόοδος των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως και των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, είναι περιορισμένη από τότε που ο κ. Ρέντσι ανέλαβε την εξουσία, τον Μάρτιο. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της εμπιστοσύνης, κάτι που αποτελεί ισχυρό αποτρεπτικό στοιχείο για την πραγματοποίηση επενδύσεων και προσλήψεων από τις επιχειρήσεις», λέει ο κ. Ρουιμί. Το πρόβλημα με την ύφεση είναι ότι καταστρέφει προϋπολογισμούς, μειώνοντας τα φορολογικά έσοδα και αυξάνοντας τις δημοσιονομικές δαπάνες. Βασισμένος σε πρόβλεψη για ύφεση 0,2% του ΑΕΠ το 2014, ο κ. Ρουιμί θεωρεί ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ιταλίας το 2014 θα φτάσει το 3,4% του ΑΕΠ, δηλαδή ότι θα υπερβεί το όριο του 3%. Αυτό ίσως να αναγκάσει τον κ. Ρέντσι να ψηφίσει συμπληρωματικό προϋπολογισμό με διορθωτικά μέτρα, κάτι που δεν θα είναι καθόλου δημοφιλές. Τόσο η Ιταλία όσο και η ΕΚΤ υποφέρουν από διαρθρωτικές αδυναμίες, οι οποίες εξασθενούν και καθιστούν λιγότερο αποτελεσματικές και τις δύο. Η ποσοτική χαλάρωση, αν εφαρμοστεί, δεν θα τ’ αλλάξει αυτό.