ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η παγκοσμιοποίηση δεν φτάνει για να αλλάξει τη «μοίρα» των φτωχών

i-pagkosmiopoiisi-den-ftanei-gia-na-allaxei-ti-moira-ton-ftochon-2045516

Τα τελευταία 15 χρόνια το ρεύμα που μετέφερε ολόκληρους λαούς από τη φτώχεια σε ένα βελτιωμένο βιοτικό επίπεδο κινήθηκε με μια ταχύτητα χωρίς προηγούμενο. Με την προσαρμογή στο κόστος ζωής, η κατά κεφαλήν παραγωγή στον αναδυόμενο κόσμο σχεδόν διπλασιάστηκε από το 2000 ώς το 2009. Ο μέσος όρος ρυθμού ανάπτυξης της δεκαετίας ήταν 7,6%, δηλαδή υψηλότερος κατά 4,5 εκατοστιαίες μονάδες από τον ρυθμό ανάπτυξης των πλούσιων χωρών. Κατά συνέπεια, το χάσμα ανάμεσα στον ανεπτυγμένο και τον αναπτυσσόμενο κόσμο μειώθηκε άμεσα.

Αυτή η έκρηξη ανάπτυξης περιόρισε τις στερήσεις.

Το ποσοστό του πληθυσμού του αναπτυσσόμενου κόσμου που ζει με λιγότερο από 1,25 δολάρια την ημέρα έχει μειωθεί από το 30% που ήταν το 2000 σε λιγότερο από 10%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η πρόοδος αυτή καλλιέργησε ελπίδες για μεγαλύτερη βελτίωση. Αν μπορούσε ο αναδυόμενος κόσμος να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης μεγαλύτερους κατά 4,5 εκατοστιαίες μονάδες από εκείνους του αναπτυγμένου κόσμου, τότε το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημά του θα συνέκλινε με εκείνο της Αμερικής σε 30 χρόνια: δηλαδή, περίπου σε μια γενιά. Μια τέτοια σύγκλιση θα αντιπροσώπευε μια ιστορική αλλαγή ανάλογη εκείνης της εκβιομηχάνισης αλλά χωρίς προηγούμενο ως προς την ταχύτητά της.

Δυστυχώς, όμως, οι ελπίδες εξανεμίζονται. Μια ανάλυση των στοιχείων για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ που λαμβάνει υπ’ όψιν τις τελευταίες εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας καταδεικνύουν πως έχει επιβραδυνθεί σημαντικά η σύγκλιση. Από το 2008 οι ρυθμοί ανάπτυξης σε όλο τον αναδυόμενο κόσμο έχουν διολισθήσει σε επίπεδα κοντά σε εκείνα των ανεπτυγμένων οικονομιών. Το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ του αναδυόμενου κόσμου προσαρμοσμένο σε μονάδες ισότιμης αγοραστικής δύναμης σημείωσε ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους μόλις κατά 2,6% από εκείνους της Αμερικής του 2013. Αν συμπεριλάβουμε την Κίνα, οι αναδυόμενες οικονομίες μπορούν να προσβλέπουν σε εισοδήματα ανάλογα των πλούσιων χωρών κατά μέσον όρο σε 50 χρόνια. Αν αφαιρέσουμε την Κίνα, θα χρειαστούν 115 χρόνια.

Οι τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ για την ανάπτυξη το 2014 καταδεικνύουν μια ακόμη πιο σκαιά εικόνα, καθώς ορίζουν μόλις στις 0,39 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως τη διαφορά ανάμεσα στους ρυθμούς ανάπτυξης των αναδυόμενων αγορών πλην Κίνας και των ρυθμών ανάπτυξης του αναπτυγμένου κόσμου. Στην περίπτωση αυτή, η πλήρης σύγκλιση αναβάλλεται κατά ακόμη 300 χρόνια, δηλαδή στην πράξη μιλάμε για μια σύγκλιση που δεν θα γίνει ποτέ.

Το να επανέλθει ο ρυθμός σύγκλισης στα επίπεδα στα οποία βρισκόταν πριν από μια δεκαετία θα ήταν η μεγαλύτερη οικονομική επιτυχία που θα μπορούσε να ευχηθεί ο κόσμος. Ομως οι παράγοντες που κατέστησαν εκείνη την εποχή εξαιρετική δεν μπορούν να επαναληφθούν εύκολα, ίσως δεν μπορούν να επαναληφθούν καθόλου. Εφεξής, το να ακολουθεί κανείς τις πλούσιες χώρες θα αποδειχθεί πρόκληση. Η πρόοδος θα απαιτήσει μεταρρυθμίσεις που αυτήν τη στιγμή φαίνεται πολύ δύσκολο να επιτευχθούν. Οι μεγάλες προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν τα περασμένο χρόνια μάλλον θα ακυρωθούν. Το 1997 ο κορυφαίος οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας Λαντ Πρίτσετ περιέγραψε το διευρυνόμενο εισοδηματικό χάσμα ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές χώρες ως «το κύριο χαρακτηριστικό της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας». Πολλοί οικονομολόγοι προσπάθησαν να το ερμηνεύσουν και ορισμένες θεωρίες για την οικονομική ανάπτυξη, όπως εκείνη του κατόχου Νομπέλ Οικονομίας Ρόμπερτ Σόλοου το 1956, προέβλεπαν πως σε βάθος χρόνου οι φτωχές οικονομίες θα έφταναν τις πλούσιες.

Η θεωρία του Σόλοου υποστήριζε πως ορισμένες οικονομίες είναι φτωχές επειδή σε αυτές οι εργαζόμενοι έχουν πρόσβαση σε λιγότερα κεφάλαια. Δεδομένης της έλλειψης κεφαλαίων, οι αποδόσεις των επενδύσεων θα ήταν υψηλές και επομένως θα σημειώνονταν μεγάλες εισροές κεφαλαίων από τις πλούσιες χώρες προς τις φτωχές, με αποτέλεσμα τη σύγκλιση των δύο κόσμων σε παρεμφερή επίπεδα παραγωγικότητας και εισοδήματος. Το γεγονός ότι στην πορεία οι πλούσιες χώρες θα σημείωναν ανάπτυξη περιέπλεκε την κατάσταση, αλλά όχι ανεπανόρθωτα.

Χάσμα τεχνογνωσίας και θεσμών

Σύμφωνα, πάντα, με τη θεωρία του Σόλοου, μακροπρόθεσμα οι φτωχότερες οικονομίες θα επωφελούντο από τις νέες τεχνολογίες, καθώς θα τις υιοθετούσαν και οι ίδιες. Δεδομένου, όμως, ότι το χάσμα ανάμεσα στις αναπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες παρέμεινε επίμονα μεγάλο, στην προσπάθειά τους να το ερμηνεύσουν οι οικονομολόγοι τροποποιούσαν τα μοντέλα τους και επιστράτευαν νέες έννοιες όπως αυτήν του ανθρώπινου κεφαλαίου. Εκαναν την υπόθεση πως ίσως η σύγκλιση στο επίπεδο του εισοδήματος θα επιτυγχάνονταν ανάμεσα σε οικονομίες με συγκρίσιμα επίπεδα επενδύσεων και τεχνογνωσίας των εργαζομένων τους. Αλλοι επέρριψαν την ευθύνη στους θεσμούς. Στις τροπικές χώρες, οι αποικιοκρατικές δυνάμεις είχαν επιβάλει στρεβλούς θεσμούς για να αποσπούν τους φυσικούς πόρους των χωρών αυτών εις βάρος των συμφερόντων και των δικαιωμάτων του πληθυσμού τους. Εφόσον οι θεσμοί αυτοί εξακολουθούσαν να κυριαρχούν, τα εισοδήματα παρέμεναν χαμηλά.

Η κινητήριος δύναμη ήταν το εμπόριο

Ο κόσμος γύρισε ανάποδα κάτω από τα πόδια των οικονομολόγων όταν οι αναπτυσσόμενες χώρες άρχισαν να καλπάζουν από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη μεταποιητική υπερδύναμη της Κίνας, χωρίς, ωστόσο, να τελειώνει εκεί η ιστορία. Το 2006, προτού επιβραδυνθούν οι οικονομίες των πλούσιων χωρών εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι αναδυόμενες οικονομίες σημείωναν υψηλότατους ρυθμούς ανάπτυξης ακόμη και χωρίς την Κίνα. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως κατανέμονταν δίκαια τα οφέλη από αυτή την ανάπτυξη. Το 1998 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Πολωνία ήταν μόλις το 28% της Αμερικής, ενώ της Κίνας ήταν μόλις το 7%. Το 2013, όμως, τα αντίστοιχα ποσοστά είχαν πλέον αυξηθεί στο 44% και στο 22% αντιστοίχως. Σε άλλες χώρες η πρόοδος ήταν μικρότερη. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Βραζιλίας ήταν ήδη 25% εκείνου της Αμερικής το 1998 και αυξήθηκε μόλις κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες μέσα στα 15 χρόνια που ακολούθησαν. Η ποιότητα της διακυβέρνησης και οι μεταρρυθμίσεις υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό καθοριστικοί παράγοντες για την καλύτερη απόδοση ορισμένων χωρών.

Εξίσου καθοριστικοί υπήρξαν, όμως, και άλλοι παράγοντες, όπως το ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον. Τη δεκαετία του 2000 τα επιτόκια ήταν χαμηλά και τα κεφάλαια κινούνταν ελεύθερα. Υπήρξε, άλλωστε, ραγδαία αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων. Πολλές αναδυόμενες οικονομίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές φυσικών πόρων. Αλλά τη μεγαλύτερη ώθηση έδωσε το παγκόσμιο εμπόριο. Από το 1980 ώς το 1993 αυξανόταν κατά μέσον όρο περίπου 4,7% σε ετήσια βάση, δηλαδή περισσότερο από τον παγκόσμιο ρυθμό ανάπτυξης του 3%. Από το 1994 ώς το 2007, όμως, το εμπόριο αυξανόταν με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από εκείνον της παγκόσμιας οικονομίας. Οι εξαγωγές αγαθών εκτινάχθηκαν περίπου στο 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η μερίδα του λέοντος ήταν της Κίνας. Ηταν η φάση εκείνη που οι Αρβιντ Σουμπρμάνιαν και Μάρτιν Κέσλερ του Ινστιτούτου Peterson αποκάλεσαν «υπερ-παγκοσμιοποίηση».

Περιορίστηκαν οι ροές κεφαλαίων

Ομως τα πράγματα έχουν αλλάξει μετά την κορύφωση της σύγκλισης το 2008. Στην Κίνα η ανάπτυξη έχει επιβραδυνθεί σημαντικά από το επίπεδο ρεκόρ του 14% το 2007 στο 7% σήμερα και αυτό έχει επιπτώσεις στις τιμές των εμπορευμάτων. Οι ροές των κεφαλαίων περιορίστηκαν το 2013, καθώς οι κεντρικές τράπεζες του ανεπτυγμένου κόσμου μείωσαν τις παρεμβάσεις τους στην οικονομία.

Γι’ αυτό και οι αναδυόμενες οικονομίες μπορεί τώρα να δουν την πορεία σύγκλισής τους με τις πλούσιες χώρες να ανακόπτεται σε ένα απογοητευτικά χαμηλό επίπεδο εισοδήματος.