ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στην εποχή των… παγετώνων οι πλούσιες χώρες

stin-epochi-ton-amp-8230-pagetonon-oi-ploysies-chores-2045610

Τα πράγματα μάλλον δεν θα είναι εύκολα τα επόμενα χρόνια για τους πολίτες των ανεπτυγμένων οικονομιών (ως γνωστόν, για τους υπόλοιπους ποτέ δεν ήταν), σύμφωνα με τέσσερις νομπελίστες οικονομολόγους που αποκαλύπτουν τους μεγάλους τους φόβους γράφοντας στο μηνιαίο περιοδικό του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Για τον Paul Krugman, το βασικό πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζουμε σήμερα και θα μας βασανίζει και στο μέλλον είναι η ανεπαρκής ζήτηση, η οποία οδηγεί σε μείωση της παραγωγής και σε υψηλή ανεργία. Το πρόβλημα οξύνεται, όπως εκτιμά, εξαιτίας της αδυναμίας ή της απροθυμίας κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών να πάρουν μέτρα που θα ενισχύσουν τη ζήτηση τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Ο Joseph E. Stiglitz θεωρεί ότι η μάχη που μόλις άρχισε με την κρίση του 2008 είναι για το ποια μορφή της οικονομίας της αγοράς λειτουργεί καλύτερα για το σύνολο της κοινωνίας και όχι μόνο για τους πλούσιους. Ειδικότερα, για τις ΗΠΑ το πρόβλημα είναι ότι η συνεχής αύξηση της οικονομικής ανισότητας τα τελευταία 25 χρόνια συνδυάζεται με αύξηση της πολιτικής ανισότητας, με το πολιτικό σύστημα να ασπάζεται όλο και πιο πολύ το αξίωμα «ένα δολάριο, μία ψήφος» αντί για το «ένα άτομο, μία ψήφος».

Κατά τον Stiglitz, ο καπιταλισμός δεν οδηγεί αναπόδραστα σε αύξηση της οικονομικής ανισότητας, εφόσον οι κυβερνήσεις επιβάλλουν στις αγορές να λειτουργούν προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας, όπως είναι άλλωστε και ο ρόλος τους. Για τον Robert Solow, η επίλυση των πραγματικά μεγάλων προβλημάτων που θα αντιμετωπίσουμε τα επόμενα πενήντα χρόνια, όπως η κλιματική αλλαγή, η οικονομική ανισότητα ή η απώλεια θέσεων εργασίας, θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο ισχύει η υπόθεση ότι οι ανεπτυγμένες οικονομίες θα αναπτύσσονται στο εξής με πολύ χαμηλό ρυθμό και δεν θα καταφέρνουν να εξαντλούν την παραγωγική τους δυνατότητα.

Ο δε George A. Akerlof εξετάζει όχι μόνο το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής που απειλεί όλους τους κατοίκους του πλανήτη, αλλά και γιατί δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να κινητοποιήσουμε πολίτες και κυβερνήσεις, ώστε να το αντιμετωπίσουμε. Ισως η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε το πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη να είναι τελικά το «κλειδί» για να τους πείσουμε, σημειώνει ο κ. Akerlof.

Robert Solow: Χαμηλή ανάπτυξη για μεγάλο διάστημα

Κατά τον Robert Solow, «δεν υπάρχει περίπτωση ο κόσμος να ξεμείνει από πιεστικά οικονομικά προβλήματα τα επόμενα πενήντα χρόνια». Προβλήματα όπως η αλλαγή του κλίματος, η αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα και η τάση της τεχνολογίας και της ζήτησης να δημιουργεί θέσεις εργασίας στα ανώτερα και στα κατώτερα στρώματα της αγοράς εργασίας, αλλά όχι στα μεσαία, είναι μερικά από αυτά. Ο νομπελίστας οικονομολόγος απευθύνει ένα σημαντικό ερώτημα και προβλέπει ότι αν η απάντηση είναι θετική, τότε περιορίζονται κατά πολύ οι πιθανότητες να επιλυθούν τα μεγαλύτερα προβλήματα που ανέφερε νωρίτερα. Το ερώτημα είναι αν οι οικονομίες των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Ιαπωνίας υποφέρουν από αδυναμία να αναπτυχθούν ταχέως και να εκμεταλλευθούν πλήρως το παραγωγικό δυναμικό τους. Κατά τον Solow, ο πληθυσμός και η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής των ανεπτυγμένων οικονομιών θα αναπτυχθούν με πολύ αργότερο ρυθμό απ’ ό,τι στο παρελθόν και αυτό είναι σημάδι ότι η μακροχρόνια χαμηλή ανάπτυξη είναι προ των πυλών. Το δεύτερο επιχείρημα που παραθέτει είναι ότι μέχρι σήμερα η αύξηση του πληθυσμού και η τεχνολογική πρόοδος είναι οι δύο βασικοί παράγοντες που απέτρεπαν την πτώση της απόδοσης των ιδιωτικών επενδύσεων. «Στο μέλλον με χαμηλή ανάπτυξη η αποταμίευση θα συνεχιστεί, το ποσοστό της απόδοσης θα πέσει και οι ιδιωτικές επενδύσεις θα μειωθούν», προβλέπει ο Solow και παρατηρεί ότι τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε πλούτος μόνο χάρη σε «φούσκες», όπως η dot.com και η στεγαστική «φούσκα». Ενα τρίτο στοιχείο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχουμε μπει στην περίοδο της μακροχρόνιας χαμηλής ανάπτυξης είναι ότι μετά το 2009 η αποταμίευση των αμερικανικών επιχειρήσεων υπερβαίνει τις επενδύσεις τους. «Αυτό φαίνεται μάλλον ως αντίδραση στην αναμενόμενη υποχώρηση του ρυθμού απόδοσης των επενδύσεων, όπως προτείνει η υπόθεση της μακροχρόνιας χαμηλής ανάπτυξης. Το συμπέρασμα είναι ότι η υπόθεση δεν έχει επιβεβαιωθεί, αλλά και δεν διαψεύδεται».

Paul Krugman: Aνεπαρκής ζήτηση, μικρή παραγωγή, υψηλή ανεργία

Η διαρκής ανεπαρκής ζήτηση είναι, κατά τον Paul Krugman, το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος, κυρίως οι ανεπτυγμένες οικονομίες, και το χειρότερο είναι ότι δεν είμαστε σίγουροι αν τα αίτιά της είναι μακροχρόνια ή κυκλικά. Αραγε θα διαρκέσει πολλά χρόνια η μεγάλη πτώση στην απασχόληση των ΗΠΑ ή η μείωση της παραγωγικότητας στη Βρετανία ή έχει κυκλικά χαρακτηριστικά, είναι, δηλαδή, το αποτέλεσμα της εξόδου των εργατών από την αγορά εργασίας επειδή δεν βλέπουν ευκαιρίες απασχόλησης; Η σταθεροποίηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα αποτελεί απόδειξη ότι η οικονομία λειτουργεί κοντά στο ανώτερο όριο των δυνατοτήτων της ή προκαλείται από την απροθυμία των εργατών να δεχθούν μείωση μισθών; «Κανείς δεν γνωρίζει και θα ήταν τραγικό να δεχθούμε ότι η χαμηλή παραγωγή και η υψηλή ανεργία είναι αναπόφευκτες, όταν απλούστατα μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της ανεπαρκούς ζήτησης». Ενα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα είναι ότι η πτώση του ρυθμού ανάπτυξης οφείλεται στην πολύ ισχυρή και μακροχρόνια επίδραση που είχαν υποτιθέμενα βραχυχρόνια προβλήματα. «Το γεγονός ότι επιτρέψαμε να υπάρξει βαθιά παγκόσμια ύφεση φαίνεται ότι οδήγησε σε τρομακτική επιδείνωση των μακροπρόθεσμων οικονομικών προσδοκιών, γεγονός που σημαίνει ότι η διατήρηση της ζήτησης είναι εξαιρετικής σημασίας», λέει ο Krugman. Επιπλέον, όπως φάνηκε μετά το 2007, οι θεσμικοί οργανισμοί μας δεν είναι οι κατάλληλοι για να αντιμετωπίσουν επεισόδια διαρκούς και μεγάλης πτώσης της ζήτησης. Οι κεντρικοί τραπεζίτες περιορίζονται από το γεγονός ότι δεν μπορούν να μειώσουν τα επιτόκια δανεισμού κάτω από το μηδέν. Από την άλλη πλευρά, η δημοσιονομική πολιτική που ακολουθήθηκε, αντί να βελτιώσει την κατάσταση, την επιδείνωσε.

«Η σταθερότητα που επικράτησε στη δεκαετία του ’80 συνειδητοποιούμε σήμερα ότι βασίστηκε στο διαρκώς αυξανόμενο χρέος των νοικοκυριών και στην ταχεία αύξηση του ενεργού οικονομικά πληθυσμού. Τίποτε από τα δύο δεν πρόκειται να επιστρέψει. Οπότε η ανεπαρκής ζήτηση θα είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα για πολύ καιρό».

Josephe Stiglitz: Η οικονομία οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία

Η καθοριστική μάχη στην παγκόσμια οικονομία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διεξήχθη μεταξύ εναλλακτικών οικονομικών συστημάτων, δηλαδή του κομμουνισμού και του καπιταλισμού, και έληξε με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, λέει ο Joseph E. Stiglitz, ωστόσο σήμερα έχει αρχίσει μια νέα μάχη για τη μορφή της οικονομίας της αγοράς που λειτουργεί καλύτερα.

Για μεγάλο διάστημα θριάμβευσε ο αμερικανικός δημοκρατικός καπιταλισμός, ωστόσο με το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008 απαιτήθηκε η παρέμβαση της κυβέρνησης η οποία έσωσε τις αγορές από τις υπερβολές τους. Η προσπάθεια των ΗΠΑ να περιορίσει τον ρόλο της κυβέρνησης όχι μόνον απέτυχε οικτρά, αλλά οδήγησε και σε προσεκτικότερη εξέταση του αμερικανικού οικονομικού συστήματος. «Με το μέσο εισόδημα να παραμένει στάσιμο για περισσότερο από 25 χρόνια, κατέστη σαφές ότι αυτό το σύστημα δεν ήταν αποδοτικό για την πλειοψηφία των πολιτών, ακόμη και αν ήταν πολύ καλό για τους πλουσιότερους», λέει ο Stiglitz. Διαφωνεί δε με την άποψη του Γάλλου οικονομολόγου Τομά Πικετί, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έντονη οικονομική ανισότητα αποτελεί τη φυσική κατάσταση του καπιταλισμού. «Η υψηλή και αυξανόμενη ανισότητα στις ΗΠΑ είναι το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, όπως ότι στο αμερικανικό σύστημα κυριαρχούν μονοπώλια και ολιγοπώλια, ότι οι κυβερνήσεις επιδοτούν τις επιχειρήσεις και τους πλουσίους…». Η μεγάλη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει τις επόμενες δεκαετίες η παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με τον Stiglitz, δεν είναι απλώς να δαμάσει τις υπερβολές της οικονομίας της αγοράς. «Θα πρέπει να καταφέρουμε να κάνουμε τις αγορές να λειτουργούν όπως υποτίθεται ότι θα έπρεπε. Με τον ισχυρό ανταγωνισμό να οδηγεί σε καινοτομίες που ανεβάζουν το βιοτικό επίπεδο και όχι σε καινοτομίες που έχουν στόχο την κατάκτηση μεγαλύτερου μεριδίου του εθνικού εισοδήματος και παρακάμπτουν τους κανονισμούς που έχουν σχεδιαστεί με γνώμονα να λειτουργεί καλά η αγορά.

George A. Akerlof: Θα αφήσουμε το μωρό μας απροστάτευτo;

Ο George A. Akerlof θεωρεί ότι ένας βασικός λόγος που μέχρι σήμερα δεν έχουμε καταφέρει να δράσουμε αποφασιστικά ώστε να καταπολεμήσουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη είναι ότι δεν εξηγούμε το πρόβλημα χρησιμοποιώντας απλή και κατανοητή γλώσσα.

«Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την παγκόσμια υπερθέρμανση, από τη μια, δεν δίνει κίνητρα στους πολίτες και, από την άλλη, ούτε στις κυβερνήσεις ώστε ν’ αναλάβουν σήμερα δράση», λέει ο κ. Akerlof και προτείνει να εξηγήσουμε το πρόβλημα λέγοντας την παρακάτω ιστορία.

Συλλογικά η ανθρωπότητα έχει ένα μωρό: τη Γη. Η ατμόσφαιρα της Γης λειτουργεί ως προστατευτική κουβέρτα, η οποία επιτρέπει στην ηλιακή ενέργεια να τη διαπεράσει και να ζεστάνει τη Γη και στη συνέχεια η ίδια ατμόσφαιρα περιορίζει τον ρυθμό με τον οποίο η ζέστη εκπέμπεται πίσω στο διάστημα. Κάθε χρόνο που περνάει η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, ακόμη και αθώες δραστηριότητες όπως ένα ταξίδι 80 χιλιομέτρων, προσθέτει νέα αέρια του θερμοκηπίου που κάνουν πιο χοντρή την ατμόσφαιρα-κουβέρτα που σκεπάζει το μωρό μας, τη Γη.

«Οποιοσδήποτε γονέας θα έτρεχε να σώσει το μωρό σε μια τέτοια κατάσταση. Ομως οι ιστορίες που διηγούμαστε σχετικά με την παγκόσμια υπερθέρμανση είναι πολύ κρύες και πολύ επιφυλακτικές. Οι γονείς δεν μετράνε τη θερμοκρασία του μωρού ώστε ν’ αποφασίσουν αν η θερμοκρασία του δωματίου είναι πολύ υψηλή», λέει ο κ. Akerlof. Μπορεί να διαβάζουμε τις ανακοινώσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) και να παραπέμπουμε στα συμπεράσματα των επιστημόνων – και «οι επιστήμονες όντως μίλησαν, αλλά ανώνυμα και συχνά χωρίς πάθος και δύναμη, γεγονός που αποδυναμώνει και το μήνυμά τους», καταλήγει ο νομπελίστας οικονομολόγος, προτείνοντας τον σχηματισμό παγκόσμιας συμμαχίας κατά της κλιματικής αλλαγής, την επιβολή φόρων και την υιοθέτηση επιδοτήσεων σε παγκόσμια κλίμακα ως τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου του θερμοκηπίου.