ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι γκρίζες ζώνες της γερμανικής οικονομίας

oi-gkrizes-zones-tis-germanikis-oikonomias-2046703

Οπως αναμενόταν, η περασμένη εβδομάδα έφερε νέες δυσοίωνες ειδήσεις για τις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας της Ευρωζώνης. Ο δείκτης PMI, που παρακολουθείται στενά από αξιωματούχους και αναλυτές, έπεσε σε χαμηλό εννεαμήνου, δίνοντας σαφή ένδειξη ότι το τρίτο τρίμηνο δεν θα είναι καλύτερο από το δεύτερο. Κατά το δεύτερο, η Ευρωζώνη κατέγραψε μηδενική ανάπτυξη. Το κύριο βαρίδι για την περιοχή του κοινού νομίσματος, έναντι της συμβατικής σοφίας των τελευταίων ετών, ήταν η Γερμανία, το πραγματικό ΑΕΠ της οποίας μειώθηκε κατά 0,2%, με τη βιομηχανική παραγωγή ειδικότερα να συρικνώνεται την ίδια περίοδο κατά 1%. Μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, μόνο η Κύπρος κατέγραψε (οριακά) χειρότερη επίδοση. Οι υπέρμαχοι του γερμανικού μοντέλου θα απαντήσουν ότι πρόκειται για ένα προσωρινό ολίσθημα και ότι τα θεμελιώδη της γερμανικής οικονομίας είναι παραπάνω από υγιή: το ΑΕΠ της αναμένεται να αυξηθεί κατά σχεδόν 2% φέτος, η ανεργία κυμαίνεται οριακά πάνω από το 5%, τα δημόσια οικονομικά της θα είναι φέτος ισοσκελισμένα και η πιστοληπτική της αξιολόγηση είναι η καλύτερη δυνατή. Επιπλέον, θα τονίσουν ότι το αρνητικό αποτέλεσμα του δευτέρου τριμήνου σε σύγκριση με το πρώτο οφείλεται στον ήπιο χειμώνα, που οδήγησε σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα κατασκευαστικής δραστηριότητας στους πρώτους τρεις μήνες του χρόνου.

Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν πίσω από τα στοιχεία αυτά ένα βαθύτερο πρόβλημα, το οποίο ανατρέπει τον μύθο της γερμανικής οικονομικής κυριαρχίας. Οπως το συνόψισε στο Project Syndicate ο Βρετανός οικονομολόγος Φιλίπ Λεγκρέν, η γερμανική οικονομία χαρακτηρίζεται από «στάσιμους μισθούς, διαλυμένες τράπεζες, ανεπαρκείς επενδύσεις, επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας, θλιβερά δημογραφικά στοιχεία και αναιμική ανάπτυξη».

Από αυτές τις παθογένειες, η σημαντικότερη από την οπτική της Ευρωζώνης είναι η μισθολογική στασιμότητα, που περιορίζει τη γερμανική ζήτηση και αφαιρεί μία κρίσιμη δίοδο εξόδου από την κρίση για τις χώρες του Νότου. Οπως σημειώνει ο Λεγκρέν, οι πραγματικές αποδοχές των Γερμανών μισθωτών είναι χαμηλότερες σήμερα από ό,τι ήταν το 1999 – έτος κατά το οποίο, κατόπιν τριμερούς συμφωνίας κυβέρνησης, εργοδοτών και συνδικάτων, ουσιαστικά «πάγωσαν» οι μισθοί στη χώρα.

Σημάδια κατανόησης

Ωστόσο, ένας άνεμος αλλαγής πνέει στο Βερολίνο. Μία από τις βασικές πολιτικές στις οποίες συναίνεσαν οι Χριστιανοδημοκράτες της Αγκελα Μέρκελ στο πλαίσιο του νέου Μεγάλου Συνασπισμού με το SPD ήταν η θέσπιση –για πρώτη φορά στη Γερμανία– κατώτατου μισθού. Τον περασμένο Ιούλιο, η Bundestag ενέκρινε το μέτρο (θα ισχύσει από 1.1.2015), με τον κατώτατο μισθό να ορίζεται στα 8,50 ευρώ την ώρα – υψηλότερο από τον αντίστοιχο στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Στα τέλη Ιουλίου, ο Γενς Βάιντμαν, πρόεδρος της Bundesbank, ο οποίος είχε αντιταχθεί στη θέσπιση κατώτατου μισθού, εξέφρασε τη συμφωνία του με τις αυξήσεις μισθών που έχουν αρχίσει να προκύπτουν από τις διαπραγματεύσεις εργοδοτών και συνδικάτων και κυμαίνονται στο 3%. Οπως δήλωσε στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung: «Βρισκόμαστε κοντά στην πλήρη απασχόληση σε μία σειρά κλάδων και περιφερειών και βλέπουμε ολοένα περισσότερες αναφορές ελλειμμάτων εργασίας. Είναι συνεπώς φυσικό, αλλά και ευπρόσδεκτο, να αυξάνονται οι μισθοί και οι αποδοχές πιο δυναμικά απ’ ό,τι τις ημέρες που η γερμανική οικονομία ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση».

Η στήριξη της κεντρικής τράπεζας στις μισθολογικές αυξήσεις προκάλεσε την έντονη αντίδραση ορισμένων ηγετών της γερμανικής επιχειρηματικής κοινότητας, που ανησυχούν για την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών τους. Ωστόσο, όπως εξηγούν στην «Κ» πηγές της Bundesbank, η στάση της δεν έχει αλλάξει. «Οταν η αγορά εργασίας ήταν σε χειρότερη κατάσταση και ο πληθωρισμός υψηλότερος από 2%, επιμέναμε σε συγκράτηση των μισθών για να οδηγηθούμε προς την πλήρη απασχόληση και υπολογίζαμε την πληθωριστική βάση στο 2%», σημειώνουν. «Το ίδιο κάνουμε και σήμερα κι ας είναι ο πληθωρισμός στο 0,8%. Αυτό, με αύξηση παραγωγικότητας 1% ετησίως, σημαίνει ότι αυξήσεις 3% είναι συνεπείς με τη σταθερότητα των τιμών».

Δημογραφική δυστοκία

Τον περασμένο Μάιο, το Ομοσπονδιακό Γραφείο Στατιστικής ανακοίνωσε ότι, βάσει της απογραφής του 2011 -της πρώτης στην ενωμένη Γερμανία- ο πληθυσμός της χώρας ήταν 80,2 εκατ. άτομα, 1,5 εκατ. λιγότερα από τις έως τότε εκτιμήσεις. Με βάση την τάση αυτή, που άργησε να καταγραφεί λόγω των ισχυρών αντιστάσεων στη διαδικασία της απογραφής στη γερμανική κοινωνία εξαιτίας «φαντασμάτων» του παρελθόντος, ειδικοί μιλούν για πιθανή περαιτέρω μείωση του πληθυσμού στα 66 εκατ. ώς το 2060. Με 1,38 γεννήσεις ανά γυναίκα, η Γερμανία έχει το έβδομο χαμηλότερο ποσοστό γεννητικότητας στην Ε.Ε. Μεταξύ του 2002 και του 2012, σημείωσε την τρίτη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση του πληθυσμού ηλικίας άνω των 65 ετών στην Ευρώπη, διπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Μετά την Ιταλία, είναι δεύτερη στον δείκτη συνταξιούχων προς εργαζόμενο πληθυσμό (31,3%).

Πέρα από τις συνέπειες των δεδομένων αυτών για τις αναπτυξιακές προοπτικές της Γερμανίας, είναι προφανείς και οι επιπτώσεις τους στο ασφαλιστικό σύστημα της Γερμανίας. Ο προηγούμενος Μεγάλος Συνασπισμός υπό την κ. Μέρκελ αποφάσισε το 2007 να αυξήσει σταδιακά την ηλικία συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη. Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση CDU-CSU και SPD στο εσωτερικό έχει αλλάξει ρότα. Προ μηνών θεσμοθέτησε τη δυνατότητα συνταξιοδότησης στα 63 για άτομα που έχουν εργαστεί 45 έτη (προσμετρώντας και περιόδους ανεργίας)…

Πανταχού παρόντα τα κλειστά επαγγέλματα

Αν στρέψει κανείς το βλέμμα του από την εξαγωγική βιομηχανία στο εσωτερικό μέτωπο, και ειδικότερα στις υπηρεσίες, που αποτελούν το 70% του γερμανικού ΑΕΠ, η εικόνα του πρωταθλητή των μεταρρυθμίσεων ξεθωριάζει απότομα. Σύμφωνα με έρευνα για τη γερμανική οικονομία που δημοσίευσε ο ΟΟΣΑ τον περασμένο Μάιο, η συνεισφορά του τομέα των υπηρεσιών στην προστιθέμενη αξία στη Γερμανία έχει υπάρξει μικρή κατά την τελευταία δεκαετία, καθώς επιδεικνύει χαμηλή παραγωγικότητα – περίπου τη μισή από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στις υπηρεσίες προς επιχειρήσεις. Οπως αναφέρεται στην έρευνα: «Η μεταρρύθμιση και η απορρύθμιση των κλάδων που προσανατολίζονται προς το εσωτερικό, μεταξύ των οποίων τα δίκτυα, τα τεχνικά επαγγέλματα και τα ελευθέρια επαγγέλματα, θα απελευθέρωνε κρυμμένη δυνητική ανάπτυξη και θα αποδεικνυόταν ευεργετική για την οικονομία συνολικά».

Στην ίδια κατεύθυνση, έκθεση του ΔΝΤ δύο μήνες αργότερα συνιστούσε «πολιτικές που εστιάζουν στην ενίσχυση της δυνητικής ανάπτυξης, μεταξύ των οποίων υψηλότερα επίπεδα δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων καθώς και μεταρρυθμίσεις στον τομέα των υπηρεσιών».

Ενδεικτικά, στην κατηγορία της ευκολίας έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας στη νεότερη έκδοση της έκθεσης Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Γερμανία βρίσκεται στην 111η θέση από 189 χώρες – πολλές δεκάδες θέσεις κάτω από την Ελλάδα. Το κορυφαίο της πανεπιστήμιο βρίσκεται μόλις στην 50ή θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Οι επενδύσεις έχουν μειωθεί από το 21,6% του ΑΕΠ το 2000 σε μόλις 17,2% το 2013. Οι δημόσιες επενδύσεις, ειδικότερα, είναι σταθερά χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης εδώ και αρκετά χρόνια.

Η έλλειψη πολιτικής βούλησης στη Γερμανία για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (στις αγορές υπηρεσιών, στη διασύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με την αγορά) είναι από τους βασικούς λόγους, μαζί με τη ραγδαία επιδείνωση της δημογραφικής εικόνας της χώρας και την απουσία επενδύσεων, που εκτιμάται ότι συντελούν ώστε η δυνητική ετήσια ανάπτυξη στη χώρα στο τέλος της τρέχουσας δεκαετίας να πέσει κάτω από το 1%.

Χαρακτηριστική της μεταρρυθμιστικής κόπωσης που πλήττει τη Γερμανία στην εποχή Μέρκελ είναι η κατάσταση με τα –γνωστά και στην Ελλάδα για τις αντιστάσεις τους στην αλλαγή– κλειστά επαγγέλματα. Η τελευταία ουσιώδης απόπειρα ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων και άρσης των πολλαπλών φραγμών στην είσοδο νέων παικτών έγινε το 2003 από την κυβέρνηση Σρέντερ (Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων), όταν η προϋπόθεση κατοχής πιστοποιητικού τεχνογνωσίας (meisterbrief) καταργήθηκε για 53 τεχνικά επαγγέλματα.

Σήμερα, ωστόσο, υπάρχουν ακόμα 41 επαγγελματικές ομάδες που απαιτούν από το επίδοξο μέλος τους να υποστεί τη χρονοβόρο και κοστοβόρο διαδικασία απόκτησης του πιστοποιητικού – μεταξύ των οποίων οι αρτοποιοί, οι κομμωτές, οι ζαχαροπλάστες, οι χτίστες, οι υδραυλικοί, οι οδοποιοί, καπνοδοχοκαθαριστές και οι φυσητές γυαλιού. Οπως δηλώνει στην «Κ» η Ανκε Χάσελ, καθηγήτρια Δημόσιας Πολιτικής στο πανεπιστήμιο του Hertie, δεν έχει υπάρξει μεταρρύθμιση στα τεχνικά ή στα ελευθέρια επαγγέλματα μετά το 2003. Η Γερμανίδα καθηγήτρια μιλά για «υπερ-προσφορά δικηγόρων» και για το «ιδιαίτερα προστατευμένο επάγγελμα των συμβολαιογράφων», χωρίς πάντως να θεωρεί ότι η υπερβολική ρύθμιση των επαγγελμάτων «καταπνίγει την ανάπτυξη» στη Γερμανία.

Το γερμανικό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έφτασε το 7,4% του ΑΕΠ πέρυσι -μεγαλύτερο κατά σχεδόν 50% από αυτό της Κίνας σε απόλυτους αριθμούς- και προβλέπεται να κινηθεί στα ίδια επίπεδα φέτος, ενώ είναι σταθερά μεγαλύτερο από το 6% από το 2007 και μετά. Εξαιτίας αυτού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει των νέων κανόνων για τις μακροοικονομικές ανισορροπίες, ξεκίνησε έρευνα σε βάθος για τη γερμανική οικονομία τον περασμένο Νοέμβριο, η οποία κατέληξε τον Μάρτιο στο συμπέρασμα ότι οι ανισορροπίες που γεννούν το πλεόνασμα χρήζουν διορθωτικών παρεμβάσεων. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει επίσης συχνά εκφράσει τη δυσθυμία για την επίδραση των γερμανικών πλεονασμάτων στην παγκόσμια οικονομία.

Η πάγια απάντηση των Γερμανών στην κριτική αυτή είναι ότι αποτελεί προϊόν φθόνου για τη βιομηχανική ευρωστία της χώρας. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη. Εκτός από τις ανταγωνιστικές εξαγωγές της, το πλεόνασμα οφείλεται στις επενδύσεις των κερδών των γερμανικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό – συχνά με ολέθρια αποτελέσματα (ελληνικά κρατικά ομόλογα, ισπανικά ακίνητα). Η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των Γερμανών και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών θα έδιναν επιπλέον κίνητρα για εγχώριες επενδύσεις, μειώνοντας το εξωτερικό πλεόνασμα και συμβάλλοντας στη σταθερότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.