ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ντόμινο αρνητικών εξελίξεων φέρνει διεθνώς η κινεζική επιβράδυνση

ntomino-arnitikon-exelixeon-fernei-diethnos-i-kineziki-epivradynsi-2059116

Παράδοξα ηχεί ο συνδυασμός δύο παραγόντων στους οποίους απέδωσαν πολλοί οικονομικοί αναλυτές τη θεαματική πτώση των χρηματιστηρίων στην αρχή της περασμένης εβδομάδας: αφ’ ενός στην πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα και αφ’ ετέρου στην ανησυχία για τους κινδύνους που εγκυμονεί η Κίνα για την παγκόσμια οικονομία. Πέραν, όμως, της απόστασης ανάμεσα στα μεγέθη των δύο χωρών και των όποιων συνειρμών αυτή προκαλεί, μία αναλογία είναι σαφής: η Κίνα επανέρχεται τελευταία στο προσκήνιο περιβεβλημένη με ανησυχία για τις εξελίξεις στην οικονομία της.

Εχει επανέλθει συγκεκριμένα το σενάριο μιας «ανώμαλης προσγείωσης» της κινεζικής οικονομίας, μιας απότομης πτώσης δηλαδή των ρυθμών ανάπτυξης σε επίπεδα κάτω ενός ετήσιου 6%, που θα μπορούσε να συμπαρασύρει σημαντικά τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας. Ηδη την τελευταία διετία οι ρυθμοί ανάπτυξης του ασιατικού οικονομικού γίγαντα κυμαίνονται σε επίπεδα κάτω του 8% και ωχριούν μπροστά στα διψήφια νούμερα της περασμένης δεκαετίας. Το σενάριο της «ανώμαλης προσγείωσης» το συνοδεύει, άλλωστε, και μια ανησυχία για τα προβλήματα του τραπεζικού κλάδου της Κίνας και για το ενδεχόμενο οποιαδήποτε εκδήλωσή τους να μεταδοθεί στο παγκόσμιο σύστημα.

Προ ημερών ο Κινέζος πρωθυπουργός, Λι Κεκιάνγκ, επιχείρησε να καθησυχάσει τους συμπολίτες του με μια κάπως σιβυλλική δήλωση ότι η κινεζική οικονομία, που επισήμως αναπτύσσεται με ρυθμό κοντά στο 7,5%, εξακολουθεί «να λειτουργεί μέσα σε ένα συνετό φάσμα». Επανέλαβε, όμως, ότι ακόμη και το 7,5% δεν αποτελεί «σκληρό στόχο» και ότι μπορούν να υπάρξουν αποκλίσεις στους ρυθμούς ανάπτυξης. Λίγες ημέρες μετά, δόθηκαν στη δημοσιότητα στοιχεία που φέρουν τις εισαγωγές να έχουν μειωθεί τον Νοέμβριο κατά 6,7% προδίδοντας ανεπάρκεια της εγχώριας ζήτησης. Το ίδιο ακριβώς προδίδει, άλλωστε, και ο χαμηλός πληθωρισμός που κυμαίνεται κοντά στο 2,2%, καθώς η αναιμική ζήτηση δεν πιέζει ανοδικά τις τιμές. Κι όμως, η ηγεσία της Κίνας έχει πλέον θέσει στόχο την αλλαγή οικονομικού μοντέλου και τη στροφή στην εγχώρια ζήτηση και κατανάλωση. Μοναδικό θετικό στοιχείο στην εικόνα του ασιατικού οικονομικού γίγαντα είναι η αύξηση των εξαγωγών.

Το εργαστήριο

Η ανησυχία είναι διάχυτη, καθώς η Κίνα θεωρείται «εργαστήριο του κόσμου» και «μοχλός της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης», έστω κι αν κάποιοι οικονομολόγοι αμφισβητούν αυτή την ιδιότητά της. Και μόνον το γεγονός ότι η οικονομία της είναι τόσο ενεργοβόρα, καθώς έρχεται δεύτερη σε κατανάλωση πετρελαίου μετά τις ΗΠΑ, αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που έχει ήδη συνδράμει στην πτώση της τιμής του πετρελαίου. Εισάγει, άλλωστε, μεγάλους όγκους πρώτων υλών και μετάλλων, όπως για παράδειγμα άνθρακα και σιδηρομετάλλευμα, αλλά και εξίσου μεγάλους όγκους τροφίμων και ειδικότερα χοιρινού για τον αυξανόμενο πληθυσμό των μεγάλων αστικών κέντρων.

Η αλυσίδα

Εχει ήδη καταγραφεί, τελευταία, υποχώρηση των τιμών πολλών εμπορευμάτων, όχι μόνον μετάλλων αλλά και των δημητριακών που εισάγει η Κίνα όπως και του βαμβακιού. Αναπόφευκτα η προοπτική μιας μεγάλης επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξής της προκαλεί ανησυχία, καθώς θα έχει άμεσο αντίκτυπο σε όσες χώρες παράγουν και εξάγουν τα προϊόντα που απορροφά η κινεζική αγορά. Ορισμένες από αυτές, όπως η Βραζιλία, έχουν ήδη δεχθεί καίρια πλήγματα, καθώς το νόμισμά της υποτιμάται εξαιτίας της ανόδου του δολαρίου.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται, άλλωστε, στο μακροοικονομικό επίπεδο αλλά αφορά και τον επιχειρηματικό κόσμο: οι εταιρείες διαχείρισης σιδηροδρομικών σταθμών και λιμένων διαπιστώνουν ότι διαχειρίζονται πολύ λιγότερα εμπορευματοκιβώτια. Κι αν αυτές οι παρενέργειες θεωρούνται ώς ένα βαθμό αυτονόητες, μπορεί να πληγούν και τομείς της οικονομίας λιγότερο «ορατοί»: οι πωλήσεις έργων τέχνης έχουν σημειώσει ήδη δραματική πτώση καθώς η ανερχόμενη τάξη των Κινέζων πλουσίων έχει την τάση να τοποθετεί σε αυτά τα κεφάλαιά της, όπως, άλλωστε, και στις επαύλεις ακριβών μητροπόλεων.

Φόβοι χρηματοπιστωτικής κρίσης

Πολλοί οικονομολόγοι εκφράζουν φόβους ότι οι Αρχές της Κίνας υποτιμούν την έκταση των επισφαλών δανείων που βρίσκονται στους ισολογισμούς των κινεζικών τραπεζών. Εκτιμούν, μάλιστα, πως ίσως η κινεζική ηγεσία βρεθεί προ σκληρών επιλογών σε περίπτωση μεγάλης τραπεζικής κρίσης στη χώρα. Στην αρχή της εβδομάδας το Πεκίνο προχώρησε σε μια κίνηση που εμφανώς αποβλέπει στην αποτροπή μαζικών πτωχεύσεων και στην επιβολή περιορισμών στους επενδυτές: ανακοίνωσε μέσω της Αρχής εκκαθάρισης συναλλαγών ότι όσα ομόλογα των τοπικών και περιφερειακών αρχών έχουν βαθμολογία κάτω των τριών Α δεν θα γίνονται πλέον αποδεκτά ως ενέχυρα για τη χορήγηση βραχυπρόθεσμων δανείων. Παράλληλα, όμως, έσπευσε να ενθαρρύνει τις τράπεζες να αυξήσουν τον δανεισμό φθάνοντας συνολικά στο άνευ προηγουμένου ύψος των 10 τρισ. γουάν (1,62 τρισ. δολάρια) για το σύνολο του έτους. Είχε προηγηθεί μία ημέρα νωρίτερα η είδηση πως ο πληθωρισμός στη χώρα υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων πέντε ετών. Το Πεκίνο έχει, άλλωστε, χαλαρώσει τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας για τις τράπεζες για να ενθαρρύνει τον δανεισμό.