ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Είναι δίκαιη η ΕΚΤ απέναντι στην Αθήνα;

einai-dikaii-i-ekt-apenanti-stin-athina-2072580

Είναι άδικη η στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας απέναντι στην Ελλάδα; Η νέα αριστερή κυβέρνηση πιστεύει πως ναι. Διαμαρτύρεται ότι η κεντρική τράπεζα της επιφυλάσσει σκληρότερη μεταχείριση απ’ ό,τι στην προηγούμενη δεξιά κυβέρνηση πριν από τρία χρόνια. Πρόκειται για μια δυνητικά τοξική κατηγορία. Η ασυνεπής στάση της ΕΚΤ δικαιολογείται διότι η Αθήνα δεν συνεργάζεται ακόμη με τους πιστωτές της. Αν αλλάξει αυτό, η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να επιδείξει μεγαλύτερη ευελιξία. Το 2012 η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας και δεν είχε ακόμη εκπληρώσει τους όρους του προγράμματος που είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Οπότε η Αθήνα πούλησε περισσότερα έντοκα γραμμάτια στις ελληνικές τράπεζες και η ΕΚΤ επέτρεψε προσωρινά την αύξηση του ορίου από τα 3,5 δισ. ευρώ στα 7 δισ. ευρώ. Η κατάσταση είναι η ίδια το 2015, η κυβέρνηση θέλει να εκδώσει περισσότερα έντοκα γραμμάτια που θα αγοράσουν οι τράπεζες, ωστόσο η ΕΚΤ αρνείται να αυξήσει το όριο για τις εγγυήσεις που δέχεται από τις ελληνικές τράπεζες και τους διεμήνυσε να μην αυξήσουν την έκθεσή τους σε ελληνικό κρατικό χρέος.

Ο κ. Τσίπρας παραπονέθηκε σε συνέντευξή του προς το «Der Spiegel» ότι η ΕΚΤ έχει περάσει μια θηλιά στον λαιμό της Ελλάδας. Ο υπουργός Οικονομικών κ. Βαρουφάκης δήλωσε στην «Corriere della Sera» ότι η ΕΚΤ ήταν ευέλικτη το 2012, αλλά αυστηρή τώρα. Την περασμένη εβδομάδα ο κ. Μάριο Ντράγκι, πρόεδρος της ΕΚΤ, προσπάθησε να δικαιολογήσει τη σκληρή στάση του. Είπε ότι αν μια τράπεζα παρουσίαζε εγγυήσεις στην ΕΚΤ και στη συνέχεια χρησιμοποιούσε τα χρήματα για να αγοράσει δημόσιο χρέος, τότε αυτό συνιστά νομισματική χρηματοδότηση του κράτους από την κεντρική τράπεζα. Η νομισματική χρηματοδότηση, άμεση ή έμμεση, προσέθεσε ο κ. Ντράγκι, απαγορεύεται από το άρθρο 123 της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Το επιχείρημα είναι λανθασμένο για δύο λόγους. Πρώτον, αν η ΕΚΤ θα παραβίαζε τη Συνθήκη αυξάνοντας σήμερα το όριο των εγγυήσεων, γιατί δεν την παραβίαζε και το 2012; Δεύτερον, η Συνθήκη απαγορεύει μόνο την άμεση, όχι την έμμεση, χρηματοδότηση κυβερνήσεων.

Ακόμη όμως και αν το επιχείρημα περί νομισματικής χρηματοδότησης είναι κάπως αμφίβολο, η ΕΚΤ έχει λόγο να μεταχειρίζεται διαφορετικά την κυβέρνηση Τσίπρα από ό,τι την προηγούμενη. Το 2012 η κυβέρνηση Σαμαρά συνεργαζόταν σε γενικές γραμμές με τους πιστωτές της αν και διαφωνούσε για ορισμένες λεπτομέρειες. Οπότε η ΕΚΤ μπορούσε να υποθέσει βασίμως ότι στο τέλος θα λάμβανε τα χρήματα της διάσωσης και συνεπώς μπορούσε να δικαιολογήσει ως προσωρινό μέτρο-γέφυρα την αύξηση του ορίου για έκδοση εντόκων γραμματίων. Αντιθέτως, η κυβέρνηση Τσίπρα δυσκολεύεται να συνεργαστεί με τους πιστωτές της. Εχει σπαταλήσει εβδομάδες διαφωνώντας για το πώς θα ονομάζεται η τρόικα και αν οι συναντήσεις μαζί της θα διεξάγονται στην Αθήνα ή στις Βρυξέλλες. Επίσης ο υπουργός των Οικονομικών ανέφερε ότι είναι πιθανή η διεξαγωγή δημοψηφίσματος αν είναι αδιάλλακτοι οι πιστωτές και άλλοι υπουργοί απείλησαν να μπλοκάρουν τα σχέδια ιδιωτικοποιήσεων. Οπότε η ΕΚΤ μπορεί βασίμως να υποστηρίξει ότι το πρόγραμμα διάσωσης δεν εκτελείται κανονικά και να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση.

Ωστόσο, τα πράγματα θα αλλάξουν αν ο κ. Τσίπρας αρχίσει να συνεργάζεται πιο εποικοδομητικά με τους πιστωτές της Αθήνας. Και σίγουρα πρέπει να το κάνει, διαφορετικά η κυβέρνηση θα ξεμείνει από χρήματα σε μερικές εβδομάδες. Δεν χρειάζεται να φτάσουν εκεί τα πράγματα. Οι πιστωτές έχουν πει ότι θα μπορούσαν να εκταμιεύσουν ορισμένα χρήματα αν η Ελλάδα προχωρήσει γρήγορα στο θέμα των μεταρρυθμίσεων. Φυσικά ο κ. Τσίπρας μπορεί να εξακολουθήσει να σπαταλάει χρόνο. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να κατηγορήσει μόνο τον εαυτό του αν χρεοκοπήσει η Ελλάδα. Αν από την άλλη πλευρά, γίνει πιο εποικοδομητική η ελληνική κυβέρνηση και η ΕΚΤ διατηρήσει τη σκληρή στάση της, τότε θα είναι ευάλωτη στην κριτική. Θα αρχίσουν να κυκλοφορούν θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες υπονομεύει σκοπίμως την κυβέρνηση εξαιτίας της πολιτικής τοποθέτησής της. Αν στη συνέχεια χρεοκοπούσε η Αθήνα, θα ακολουθούσε σκληρή κριτική και όχι μόνο από την ελληνική Αριστερά. Το σοκ θα εξαπλωνόταν σε ολόκληρη την Ευρώπη.