ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η τουρκική οικονομία επιβραδύνει εν μέσω κοινωνικής έντασης

i-toyrkiki-oikonomia-epivradynei-en-meso-koinonikis-entasis-2076695

Σχεδόν προφητικός αποδεικνύεται ο τίτλος, «Η Τουρκία θα εξακολουθήσει να εκπλήττει», εμφανώς αισιόδοξου άρθρου για την τουρκική οικονομία, που δημοσίευσε προ τριών εβδομάδων η εφημερίδα Sabah. Η φίλα προσκείμενη στην κυβέρνηση Ερντογάν εφημερίδα επιχειρούσε να διαψεύσει κάθε ανησυχία για την επιβραδυνόμενη πορεία της τουρκικής οικονομίας, η ανάπτυξη της οποίας ωχριά μπροστά στους ιλιγγιώδεις ρυθμούς των περασμένων ετών. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο τίτλος του άρθρου ήταν εύστοχος, καθώς η Τουρκία εξέπληξε πράγματι υπό μία έννοια: την περασμένη Τρίτη, την ίδια ημέρα που στη γειτονική χώρα εκδηλώθηκε γενικευμένη κρίση με τρομοκρατικές επιθέσεις, ομηρίες και διαδηλώσεις, δόθηκαν στη δημοσιότητα στοιχεία που φέρουν την οικονομία της να έχει σημειώσει ανάπτυξη 2,9% στο σύνολο του περασμένου έτους.

Ανησυχία

Και αν ένας τέτοιος ρυθμός ανάπτυξης παραμένει αξιοζήλευτος για πολλές από τις χειμαζόμενες ευρωπαϊκές οικονομίες, και αν υπερβαίνει τις προβλέψεις της αγοράς για ανάπτυξη μόλις 2,7%, και αν πρόκειται για μια οικονομία που κατορθώνει να αναπτύσσεται επί 21 συναπτά τρίμηνα, για τα τουρκικά δεδομένα και ειδικότερα για την κυβέρνηση Ερντογάν – Νταβούτογλου μπορεί να θεωρηθεί ανησυχητικά χαμηλός. Ο ρυθμός αυτός υπολείπεται του επίσημου στόχου της κυβέρνησης για ανάπτυξη 3%, που είχε ήδη αναθεωρηθεί από τον αρχικό στόχο για 4%. Οποιαδήποτε περαιτέρω επιβράδυνση μπορεί, άλλωστε, να ανατροφοδοτήσει τις πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις. Οπως ήταν αναμενόμενο, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπερυπουργός Εθνικής Οικονομίας, Αλί Μπαμπατσάν, επικαλέστηκε τις γεωπολιτικές εντάσεις, την κακοκαιρία, αλλά και το αρνητικό διεθνές περιβάλλον στο οποίο κατορθώνει να αναπτύσσεται η τουρκική οικονομία. Τόνισε ειδικότερα «τις αβεβαιότητες για τη νομισματική πολιτική που εφαρμόζουν οι προηγμένες οικονομίες» σε μια εμφανή αναφορά στην προσδοκία για επικείμενη αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου από τη Federal Reserve με πιθανή χρονική στιγμή τον Ιούνιο.

Εχοντας ίσως σε υπερβολικό βαθμό επαινεθεί για το οικονομικό της θαύμα, τους αναμφίβολα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που έχει γνωρίσει υπό τον Ταγίπ Ερντογάν, είτε ως πρωθυπουργό είτε ως πρόεδρο, η Τουρκία συγκαταλέγεται τώρα στις πλέον εύθραυστες από τις αναδυόμενες οικονομίες όπως τις έχει αποκαλέσει η επενδυτική Morgan Stanley: τις χώρες που ενδέχεται να πληγούν άμεσα από μια περιοριστική νομισματική πολιτική στις ΗΠΑ. Ανήκει εν ολίγοις στην ομάδα χωρών που κινδυνεύουν να ξαναζήσουν τον εφιάλτη του δεύτερου εξαμήνου του 2013, όταν οι οικονομίες τους επλήγησαν από μαζικές εκροές κεφαλαίων μετά την προειδοποίηση του τότε επικεφαλής της Fed, Μπεν Μπερνάνκι, ότι η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ προσανατολιζόταν στον σταδιακό τερματισμό του προγράμματος αγοράς ομολόγων. Το φθηνό χρήμα που είχε εισρεύσει τόσο στην Τουρκία όσο και σε άλλες αναδυόμενες οικονομίες τα προηγούμενα χρόνια άλλαξε τότε κατεύθυνση, προκαλώντας «βουτιά» της τουρκικής λίρας και οικονομική αιμορραγία σε μια χώρα που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ξένα κεφάλαια για την κάλυψη των ελλειμμάτων της.

Πτώση

Το χειρότερο είναι, όμως, πως δεν αποκλείεται μια επανάληψη του ιδίου σεναρίου, καθώς οι επενδυτές θα αναζητήσουν μεγαλύτερες αποδόσεις και θα επαναπατρισθούν κεφάλαια στις ΗΠΑ. Στην περίπτωση αυτή η τουρκική λίρα δεν αποκλείεται να βρεθεί σε ελεύθερη πτώση, ενώ έχει ήδη χάσει περίπου το 12% της αξίας της από την αρχή του έτους. Το νόμισμα της Τουρκίας έχει πληγεί και από την αβεβαιότητα σχετικά με τις εξελίξεις μετά τις εκλογές της 7ης Ιουνίου, η έκβαση των οποίων εθεωρείτο μέχρι προσφάτως δεδομένη με βέβαιη την επικράτηση του Ερντογάν. Δεν θεωρούνται, όμως, εξίσου ασφαλείς οι αλλαγές που ενδέχεται να δρομολογήσει στην οικονομία ο Ερντογάν αν βγει ενισχυμένος από την εκλογική αναμέτρηση. Και αυτό γιατί η πρόσφατη διελκυστίνδα ανάμεσα στον Τούρκο πρόεδρο και τον επικεφαλής της Τράπεζας της Τουρκίας, Ερντέμ Μπαστσί, έχει ερμηνευθεί από ορισμένους παράγοντες της αγοράς ως επικίνδυνη παρέμβαση…

Κόντρα Ερντογάν με κεντρική τράπεζα

Η αναμέτρηση ανάμεσα στον Ταγίπ Ερντογάν και τον επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας, Ερντέμ Μπαστσί, για τα επίπεδα των επιτοκίων ενδέχεται να έχει πολιτικές διαστάσεις. Οταν ο πληθωρισμός στην Τουρκία «τρέχει» με 7,5% αντί του στόχου για 5%, η επιμονή του Τούρκου προέδρου για περαιτέρω μείωση των επιτοκίων ερμηνεύεται από ορισμένους οικονομικούς αναλυτές ως προσπάθειά του να επιρρίψει την ευθύνη της επιβράδυνσης στην κεντρική τράπεζα και στον υπουργό Οικονομικών.

Η διελκυστίνδα ανάμεσά τους έφθασε στο τραγελαφικό σημείο να κατηγορεί ο Ερντογάν τον Μπαστσί για εθνική προδοσία, επειδή διατηρεί τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα αποτρέποντας την ανάπτυξη της οικονομίας.

Μερίδα πολιτικών αναλυτών εξετάζει, πάντως, και το ενδεχόμενο να προσπαθεί ο Ερντογάν να αποδυναμώσει τον τελευταίο πυλώνα εξουσίας που του αντιστέκεται μετά την αποδυνάμωση των στρατιωτικών και των δικαστικών, ώστε να απομείνει απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Οπως επισημαίνουν, η κεντρική τράπεζα και το υπ. Οικονομικών είναι ο τελευταίος πυλώνας εξουσίας που βρίσκεται υπό την επιρροή του άλλοτε συμμάχου του και τώρα αντιπάλου του, εξόριστου ιμάμη Φετουλέχ Γκιουλέν.