ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ένταση της ανισότητας περιορίζει την ανάπτυξη υποστηρίζει το ΔΝΤ

i-entasi-tis-anisotitas-periorizei-tin-anaptyxi-ypostirizei-to-dnt-2089263

Συμπαρατασσόμενο με πληθώρα οικονομολόγων που υποστηρίζουν πως η ανισότητα πλήττει την ανάπτυξη, το ΔΝΤ διαπιστώνει πως η διευρυνόμενη εισοδηματική ανισότητα αποτελεί αρνητικό παράγοντα για την οικονομία, τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την πολιτική σταθερότητα. Σε έκθεση πέντε στελεχών του με θέμα «Αιτίες και συνέπειες της ανισότητας», επισημαίνει πως η αύξηση στο εισόδημα των πλουσιότερων επιβραδύνει τον ρυθμό ανάπτυξης, ενώ αντιθέτως επιταχύνεται η ανάπτυξη όταν αυξάνονται τα εισοδήματα των οικονομικά ασθενέστερων και των μεσαίων στρωμάτων. Καλεί, έτσι, τις πολιτικές ηγεσίες να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στην αύξηση των εισοδημάτων φτωχών και μεσαίας τάξης, καθώς διαπιστώνει μεγάλη διεύρυνση της ανισότητας στις ανεπτυγμένες οικονομίες, όπου επισημαίνει πως «το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και δεκαετίες».

Ταύτιση απόψεων

Οι συστάσεις συμπίπτουν πλήρως με εκείνες του ΟΟΣΑ, που σε παρεμφερή έκθεση με θέμα «Γιατί η μείωση της ανισότητας είναι προς όφελος όλων» υποστηρίζει πως την εικοσαετία 1990-2010 η αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα είχε μειώσει την ανάπτυξη στο σύνολο των χωρών-μελών του κατά 4,7%. Προτείνει, έτσι, αναδιανομή εισοδήματος μέσω πολιτικών επιλογών όπως η αύξηση της φορολογίας στους πλουσίους και στις πολυεθνικές.

Παραθέτοντας τα πορίσματα των ερευνών του, το ΔΝΤ διαπιστώνει πως όταν αυξάνεται κατά 1% το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού, μειώνεται μεσοπρόθεσμα ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας και συγκεκριμένα κατά 0,08% μέσα στην επόμενη πενταετία. Αντιθέτως, μια αντίστοιχη αύξηση στο εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού συνδέεται με αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης κατά 0,38%. Οπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει: «Οι φτωχοί και η μεσαία τάξη επηρεάζουν περισσότερο την ανάπτυξη μέσω μιας σειράς αλληλένδετων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών διαύλων», όπως, για παράδειγμα, η αυξημένη κατανάλωση από πλευράς των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων. Δεν παραλείπει μάλιστα να παραθέσει ηχηρές δηλώσεις όπως εκείνη του Αμερικανού προέδρου, Μπαράκ Ομπάμα, που χαρακτήρισε την ανισότητα «καθοριστική πρόκληση για την εποχή μας», και του Πάπα Φραγκίσκου, που καταφέρθηκε κατά της «οικονομίας του αποκλεισμού».

Σε ό,τι αφορά τη διεύρυνση της ανισότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, που έχει αποτελέσει αντικείμενο ερευνών και έναυσμα για δημόσιο διάλογο τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα μέσα στην κρίση, τα συμπεράσματα του ΔΝΤ συμπίπτουν με κάποιες από τις πιο πολυσυζητημένες θέσεις οικονομολόγων, όπως εκείνη του Τομά Πικετί, του οποίου βιβλία συμπεριλαμβάνει άλλωστε στη βιβλιογραφία του: διαπιστώνει πως μετά το 1990 έχει αυξηθεί σημαντικά η ανισότητα στο μεγαλύτερο μέρος του ανεπτυγμένου κόσμου, όπου πλέον το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού συγκεντρώνει εισοδήματα περίπου εννέα φορές υψηλότερα από τα εισοδήματα του φτωχότερου 10% και συγκεκριμένα το 10% του συνόλου του εισοδήματος. Αποδίδει εν μέρει τη διεύρυνση των ανισοτήτων στην πρόοδο της τεχνολογίας που, όπως επισημαίνει, έχει οδηγήσει σε αύξηση των μισθολογικών αποδοχών εργαζομένων υψηλής εξειδίκευσης, αλλά και στην αύξηση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Τονίζει συγκεκριμένα πως έχουν αυξηθεί τα εισοδήματα των υψηλότερων στρωμάτων από κέρδη που έχουν αποφέρει οι επενδύσεις τους. Περίπου τα μισά από τα εισοδήματα του πλουσιότερου 1% δεν προέρχονται από εργασία αλλά από επενδύσεις, και το ίδιο ισχύει για περίπου το 30% του εσόδων του πλουσιότερου 10% του πληθυσμού.

Στους παράγοντες που επιτείνουν την ανισότητα συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την απελευθέρωση των επενδύσεων και του εμπορίου, αλλά και τη μείωση της φορολογίας στα υψηλά εισοδήματα.

Η ανισότητα έχει, πάντως, παραμείνει σταθερή, αν και πολύ μεγαλύτερη στον αναπτυσσόμενο κόσμο και στις αναδυόμενες αγορές, όπου παρατηρείται ανόμοια εικόνα, με τις χώρες της Ασίας και της Αν. Ευρώπης να καταγράφουν μεγάλη αύξηση της ανισότητας ενώ, αντιθέτως, μειώνεται η ανισότητα στη Λ. Αμερική.

Συρρίκνωση μεσαίας τάξης

Η μείωση των εισοδημάτων από την εργασία και η διεύρυνση της ανισότητας στις αποδοχές των εργαζομένων έχει ως αποτέλεσμα μια σημαντική συρρίκνωση της μεσαίας τάξης σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Εξαιρέσεις μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών αποτελούν η Αυστραλία, ο Καναδάς και η Σουηδία, στις οποίες δεν επλήγησαν τα μεσαία εισοδήματα. Συρρίκνωση της μεσαίας τάξης καταγράφεται, όμως, στις σημαντικότερες οικονομίες, όπως ΗΠΑ, Βρετανία και Ιαπωνία. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες καθοριστικός παράγοντας υπήρξε η μείωση των επαγγελμάτων που απαιτούν μεσαία εξειδίκευση και η σημαντική αύξηση των θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και των θέσεων πολύ χαμηλής εξειδίκευσης. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης αντανακλά ένα είδος πόλωσης των εισοδημάτων. Στην Κίνα, το 1/3 του συνολικού πλούτου έχει συγκεντρωθεί στα χέρια του πλουσιότερου 1%, ενώ η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού παραμένει φτωχή παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.