ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ιταλική επίθεση στην ΕΚΤ για τις νέες κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών

italiki-epithesi-stin-ekt-gia-tis-nees-kefalaiakes-anagkes-ton-trapezon-2102452

Δριμεία κριτική κατά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εξαπέλυσε η Τράπεζα της Ιταλίας, κατηγορώντας τη Φρανκφούρτη για λήψη «αδικαιολόγητων» και «αυθαίρετων» αποφάσεων σχετικά με την κάλυψη υψηλότερων κεφαλαιακών απαιτήσεων. Η ΕΚΤ, η οποία ανέλαβε πέρυσι τον Νοέμβριο τον ρόλο της κεντρικής εποπτικής αρχής των συστημικών τραπεζών της Ευρωζώνης, πιέζει σταθερά για τη λήψη μέτρων όπως αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και μεγαλύτερες προβλέψεις έναντι ζημιών, προκειμένου να προστατεύσει τους φορολογουμένους από το ενδεχόμενο να πρέπει να δαπανήσουν και πάλι χρήματα για τη διάσωση των τραπεζών. Ωστόσο δέχεται πυρά όχι μόνο από την Ιταλία αλλά και από τη Γερμανία, σημάδι ότι παρά τη δημόσια ρητορεία το κάθε κράτος-μέλος εξακολουθεί να θέλει να ελέγχει αυτό και μόνο αυτό τις τράπεζές του.

Ενα χρόνο αφότου η ΕΚΤ ανέλαβε τον ρόλο της βασικής εποπτικής αρχής των λεγόμενων «συστημικών» τραπεζών της Ευρωζώνης, η κεντρική τράπεζα πιέζει σταθερά τις εμπορικές τράπεζες για να ενισχύσουν τις άμυνές τους έναντι ζημιών, πτυχή κρίσιμη ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών στις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Οπως ήταν, ίσως, αναμενόμενο, η ανάμειξη της ΕΚΤ στις τραπεζικές βιομηχανίες των κρατών-μελών προκαλεί τριβές με τους πολιτικούς και τις εθνικές εποπτικές αρχές. Οι νέες συγκεκριμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις που έχει ορίσει η ΕΚΤ για τις 120 μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρωζώνης έχουν υπολογιστεί με κριτήρια που ήδη έχουν ληφθεί υπόψη στην περυσινή «συνολική αξιολόγηση» της κατάστασης των τραπεζών και συνεπώς δεν δικαιολογείται η απαίτηση για υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις, σύμφωνα με επιστολή του αντιπροέδρου της Τράπεζας της Ιταλίας, Φάμπιο Πανέτα. Την επιστολή με ημερομηνία 25 Αυγούστου και παραλήπτρια την επικεφαλής του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας της ΕΚΤ, Ντανιέλ Νουί, αποκαλύπτει το πρακτορείο Bloomberg. «Η σημαντική αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων τη συγκεκριμένη στιγμή θα θέσει σε κίνδυνο την ανάκαμψη της ιταλικής οικονομίας», αναφέρει στην επιστολή του ο κ. Πανέτα. «Προσπαθούμε να αποκρούσουμε αυτή την απειλή μέσω της νομισματικής πολιτικής και να αρχίσουμε και πάλι να δανείζουμε. Μια αδικαιολόγητη, γενικευμένη αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων έρχεται σε αντίθεση με αυτή την προσπάθεια», αναφέρει ο αντιπρόεδρος της κεντρικής τράπεζας. Μάλιστα ο κ. Πανέτα αναφέρει στην επιστολή του ότι είναι μεγάλη η ανάγκη να αναθεωρηθεί η ετήσια διαδικασία αξιολόγησης των συστημικών τραπεζών ώστε να πάρει μέρος και το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ.

Η διαδικασία αξιολόγησης των συστημικών τραπεζών θα ολοκληρωθεί σε λίγες εβδομάδες. Ωστόσο, η Τράπεζα της Ιταλίας επιμένει πως είναι αυθαίρετη η αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις εμπορικές τράπεζες, υποστηρίζοντας ότι πολλά από τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, περιλαμβανομένων της ποιότητας των πιστώσεων, του χρηματοπιστωτικού ρίσκου, της κερδοφορίας, του κόστους χρηματοδότησης και της έκθεσης στα κρατικά ομόλογα, έχουν ήδη υπολογιστεί και συνεπώς δεν χρειάζεται η λήψη επιπλέον μέτρων. Ο κ. Πανέτα προειδοποιεί την ΕΚΤ, της οποίας μέλος είναι και ο ίδιος, ότι μπορεί να κατηγορηθεί από την αγορά για «λήψη αυθαίρετων αποφάσεων» και για αδιαφορία για την τήρηση των αρχών της διαφάνειας και της λογοδοσίας αν επιμένει στις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Η ιταλική κεντρική τράπεζα δεν είναι η μοναδική που παραπονιέται για τις υψηλότερες κεφαλαιακές ανάγκες που θα πρέπει να καλύπτουν οι τράπεζες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ΕΚΤ. Την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός βετεράνος επενδυτής Γουίλμπουρ Ρος δήλωσε ότι τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται ώστε να υπολογιστούν οι κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών (περί τα 25 δισ. ευρώ) είναι υπερβολικά αυστηρά, με αποτέλεσμα να πληγούν οι ιδιώτες, όπως ο ίδιος, που επένδυσαν πέρυσι στις ελληνικές τράπεζες, αλλά και να αυξηθεί το κόστος ανακεφαλαιοποίησης για τους φορολογουμένους. Πιο σοβαρή είναι η πρόκληση που απευθύνει η Γερμανία προς την ΕΚΤ, με υπό κατάθεση σχέδιο νόμου που προβλέπει ότι την επίβλεψη των σχεδίων εξυγίανσης και διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου των γερμανικών τραπεζών θα έχει το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών και όχι η ΕΚΤ.