ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μπερνάνκι: «Η λιτότητα οδήγησε την Ελλάδα βαθύτερα στην ύφεση»

mpernanki-i-litotita-odigise-tin-ellada-vathytera-stin-yfesi-2105289

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Ως διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ο Μπεν Μπερνάνκι συμφωνούσε με τον υπουργό Οικονομικών Τίμοθι Γκάιτνερ ότι η Ευρώπη είχε λάθος προσέγγιση στην κρίση. Οπως θυμάται στα απομνημονεύματά του, που μόλις κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ υπό τον τίτλο «Courage to Act», καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης δεν δίσταζαν να το επισημαίνουν στους Ευρωπαίους ομολόγους τους – επί ματαίω, όπως διαπιστώνει: «Η οικονομική προσέγγιση της Ευρωζώνης φαινόταν να συμπυκνώνεται στο “χωρίς πόνο δεν κερδίζεις”, ανεξάρτητα του αν ο πόνος επιτυγχάνει κάτι».

Στην αρχή της ελληνικής περιπέτειας, ο κ. Μπερνάνκι εκτιμά ότι η αποκάλυψη του τότε πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου ότι το έλλειμμα ήταν πολύ υψηλότερο του αναμενόμενου «πλήγωσε μια κεντρική υπόθεση της συνθήκης του ευρώ: ότι τα κράτη-μέλη μπορούσαν να εποπτεύουν αποτελεσματικά τους προϋπολογισμούς των εταίρων τους. Προκάλεσε επίσης το ερώτημα γιατί ήταν τόσο πρόθυμοι οι επενδυτές να δανείζουν τόσα πολλά και τόσο φθηνά στην ελληνική κυβέρνηση». Και όταν δεν βρέθηκε ικανοποιητική απάντηση, ακολούθησε η «έξωση» της Ελλάδας από τις αγορές. Εν μέσω της ευρωπαϊκής ασάφειας και κωλυσιεργίας, ο Μπεν Μπερνάνκι θυμάται ότι ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ ήταν απόλυτος ότι η Ευρωζώνη θα έπρεπε να στηρίξει την Ελλάδα και προσπάθησε να πείσει τους άλλους Ευρωπαίους.

Αναγνωρίζοντας ότι η αστάθεια δεν θα περιοριζόταν στην Ευρώπη, ο κ. Μπερνάνκι γράφει ότι «με τον Τιμ προτρέπαμε τους Ευρωπαίους ομολόγους μας να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και αποφασιστικά». Το ίδιο έκανε το ΔΝΤ και άλλες χώρες, εκτός Ευρωζώνης. Οταν η πρώτη απάντηση των Ευρωπαίων, στις 2 Μαΐου 2010, δεν έπεισε τις αγορές, η αστάθεια πράγματι μεταδόθηκε στις αμερικανικές ακτές, θυμάται ο κ. Μπερνάνκι. Τότε αποφάσισε να αναλάβει δράση: Ειδική ομάδα της Fed αποτίμησε τον κίνδυνο και την έκθεση των αμερικανικών τραπεζών σε ευρωπαϊκές τράπεζες και επιχειρήσεις. Και στις 9 Μαΐου, κατόπιν αιτήματος του κ. Τρισέ, αποφάσισε να ανοίξει τις γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων της Fed στις υπόλοιπες μεγάλες κεντρικές τράπεζες, παρά την ανησυχία του ότι το Κογκρέσο θα αντιδρούσε, θεωρώντας το διάσωση ξένων τραπεζών. Η αστάθεια άρχισε να υποχωρεί. Ή, καλύτερα, να περιορίζεται στην Ευρώπη. Οταν, τον Νοέμβριο του 2010, είδε τον κ. Τρισέ στη Φρανκφούρτη, η κρίση είχε μεταφερθεί από τις ΗΠΑ στην Ευρωζώνη. «Τώρα, Ζαν-Κλοντ, είναι η δική σου σειρά», του είπε, και ο κ. Τρισέ «γέλασε ξερά». Λίγες ημέρες αργότερα, συμφωνήθηκε το πακέτο διάσωσης της Ιρλανδίας.

Ο κ. Μπερνάνκι στρέφει ξανά την προσοχή του στην Ευρώπη το καλοκαίρι του 2011, όταν η κρίση απειλούσε να εκτροχιάσει την αναιμική αμερικανική ανάκαμψη. «Σίγουρα κάποιες χώρες έπρεπε να σφίξουν τις ζώνες τους», εκτιμά, «και πολλές χώρες στην Ευρώπη, όχι μόνο αυτές που είχαν πρόγραμμα διάσωσης, θα μπορούσαν να ευνοηθούν από την άρση πληθώρας περιορισμών που καθιστούν τις οικονομίες τους μη αποδοτικές». Αυτή δεν ήταν όμως η μόνη του ένσταση με τον «λάθος δρόμο» που ακολουθούσε η Ευρώπη. Οπως γράφει χαρακτηριστικά, «οι σκληροί όροι διάσωσης λειτουργούν μόνο αν μπορούν να εφαρμοσθούν χωρίς να οδηγήσουν στην πολιτική κατάρρευση της κυβέρνησης που τους λαμβάνει».

Αν και θεωρεί τη λιτότητα αναπόφευκτη, με δεδομένο πόσο χρεωμένες ήταν χώρες όπως η Ελλάδα, σημειώνει ότι αυτή τις οδήγησε βαθύτερα στην ύφεση. «Δυστυχώς, οι Ευρωπαίοι δεν είχαν καμία διάθεση να αντισταθμίσουν την απαραίτητη λιτότητα στις πιο αδύναμες χώρες με περισσότερες δαπάνες και λιγότερους φόρους σε χώρες που θα μπορούσαν να το πράξουν. Αντίθετα, η Γερμανία και άλλες χώρες σε καλύτερη κατάσταση επίσης περιέκοψαν τους προϋπολογισμούς τους… Ως αποτέλεσμα, η δημοσιονομική πολιτική της Ευρωζώνης ήταν εξαιρετικά αντιαναπτυξιακή», γράφει. Ο κ. Μπερνάνκι θεωρεί μάλιστα ότι η ΕΚΤ επέτεινε τις επιπτώσεις της λιτότητας, περιορίζοντας και τη νομισματική πολιτική. Οταν ο πληθωρισμός ανήλθε πάνω από το όριο του 2%, θυμάται, η ΕΚΤ αύξησε δύο φορές τα επιτόκια, παρά την υψηλή ανεργία και τη συνεχιζόμενη χρηματοοικονομική κρίση. «Μου ήταν δύσκολο να κατανοήσω την απόφαση», γράφει. «Η δημοσιονομική λιτότητα σε όλη την Ευρωζώνη, σε συνδυασμό με υψηλότερα επιτόκια από την ΕΚΤ, ουσιαστικά εγγυόταν πολύ χαμηλή ανάπτυξη στην Ευρώπη συνολικά και ύφεση με εκτόξευση της ανεργίας σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία». Ψέγει επίσης τους Ευρωπαίους ηγέτες διότι δεν αντιμετώπιζαν το διαρθρωτικό πρόβλημα της Ευρωζώνης -την απουσία μιας συντονισμένης δημοσιονομικής πολιτικής- με μέτρα όπως κοινά έργα υποδομών, ενιαίο ταμείο για το κλείσιμο τραπεζών ή ένα ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων.

Στο θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους, ο Μπερνάνκι και ο Γκάιτνερ συντάσσονταν με τους ιδιώτες πιστωτές. Το ερώτημα ήταν αν θα έπρεπε να αναλάβουν το κόστος της διάσωσης οι χώρες της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ ή αν οι ιδιώτες πιστωτές, πολλοί από αυτούς ευρωπαϊκές τράπεζες, θα έπρεπε να αναλάβουν μέρος της ζημίας. Σε μια αντίστοιχη περίπτωση, οι δυο τους είχαν αρνηθεί να αναλάβουν ζημίες οι ομολογιούχοι της Washington Mutual λόγω της ανησυχίας ότι θα προκαλούσε πανικό και μετάδοση της κρίσης. «Για αντίστοιχους λόγους», λέει, «ήμασταν αντίθετοι στο να εξαναγκασθούν οι ιδιώτες πιστωτές να αναλάβουν ζημίες σε περίπτωση που μια χώρα χρεοκοπούσε». Μάλιστα, θυμάται ότι ο επικεφαλής της ΕΚΤ συμφωνούσε απολύτως μαζί τους – «αν και διαφωνούσε με άλλες θέσεις των ΗΠΑ (για τη δημοσιονομική και νομισματική χαλάρωση, προτιμώντας την προσαρμογή και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις)». Ο κ. Τρισέ ανησυχούσε, εξηγεί, ότι αν το τζίνι βγει από το μπουκάλι, η εμπιστοσύνη των πιστωτών σε άλλες ευάλωτες ευρωπαϊκές οικονομίες θα εξατμιζόταν – πέρα από το ότι θεωρούσε τη χρεοκοπία «ατιμία».

Βεβαίως, τελικά έγινε αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους παράλληλα με το δεύτερο δανειακό πακέτο. Ο κ. Μπερνάνκι θεωρεί την αύξηση του κόστους δανεισμού που ακολούθησε σε όλη την ευρωπαϊκή περιφέρεια και τις ανησυχίες για την κατάρρευση του ευρώ αποτέλεσμα αυτής της απόφασης. Το κρίσιμο εκείνο καλοκαίρι είχε ξεκινήσει με τη δίωξη εναντίον του Ντ. Στρος-Καν και την αποχώρησή του από το ΔΝΤ. Ο κ. Μπερνάνκι δεν τον δικαιολογεί, ωστόσο σημειώνει ότι η αποχώρησή του άφησε ένα μεγάλο κενό σε μια κρίσιμη στιγμή. Οσο για τη διάδοχό του Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία τονίζει ότι ανέλαβε την ηγεσία του Ταμείου με την υποστήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης, γράφει ότι δεν ήταν επιεικής με τις ευρωπαϊκές χώρες, συχνά μάλιστα επέκρινε την απροθυμία τους να κάνουν περισσότερα για να τονώσουν την οικονομική ανάπτυξη. «Αλλά οι Ευρωπαίοι, υπό την ηγεσία του Γερμανού υπ. Οικονομικών Β. Σόιμπλε, έδειξαν ελάχιστη διάθεση να ακούσουν συμβουλές από το ΔΝΤ, τους Αμερικανούς ή οποιονδήποτε άλλο. Σε αυτό, τουλάχιστον, συμφωνούσαν», καταλήγει. Θυμάται, ωστόσο, την κριτική που του είχε ασκήσει ο κ. Σόιμπλε, όταν είχε χαρακτηρίσει μία από τις αποφάσεις ποσοτικής χαλάρωσης της Fed «ανίδεη». Ο κ. Μπερνάνκι υποστηρίζει πλέον ότι ήταν ακριβώς η αποφασιστικότητα και το «κουράγιο» της Fed να αναλάβει δράση που έβγαλαν τις ΗΠΑ από την κρίση πολύ νωρίτερα από την Ευρωζώνη – οι επιλογές της οποίας εκτιμά ότι την έχουν καταδικάσει σε χαμηλότερες αναπτυξιακές προοπτικές και υψηλή ανεργία.