ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δύο κορυφαίοι τραπεζίτες στο επενδυτικό ταμείο της Ιταλίας

Δύο κορυφαίοι τραπεζίτες στο επενδυτικό ταμείο της Ιταλίας

Σε αναζήτηση κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι ανανεώνει τον παλαιό θεσμό της Cassa Depositi e Prestiti (CDP), του ιδρύματος που διαχειρίζεται τα επενδυτικά κεφάλαια της χώρας. Με το σκεπτικό αυτό, προσέλαβε ως επικεφαλής του δύο από τους πιο φημισμένους τραπεζίτες της Ιταλίας, «ώστε να απομακρύνουν τη σκόνη της Ιστορίας από πάνω του», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει δημοσίευμα των Financial Times. Το ίδρυμα αυτό συγκροτήθηκε πριν από 165 χρόνια και σήμερα αναλαμβάνουν να το εκσυγχρονίσουν ο Κλάουντιο Κοσταμάνια και ο Φάμπιο Γκάλια. Ο πρώτος είχε διατελέσει πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Goldman Sachs στην Ευρώπη και ο δεύτερος είχε υπάρξει διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής τράπεζας BNP Paribas στην Ιταλία.

Ο εν γένει ανυπόμονος και αποφασιστικός συνάμα Ματέο Ρέντσι, ο οποίος βιάζεται να αντικαταστήσει το παλιό με το καινούργιο, έχει εξασφαλίσει ελευθερία κινήσεων στους δύο τραπεζίτες. Οπως επισημαίνει ο κ. Κοσταμάνια, «η εντολή που έχουμε είναι να κάνουμε πράγματα τα οποία αποσκοπούν στη δημιουργία βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης». Αμφότεροι οι επικεφαλής του ιδρύματος θέλουν να εκμεταλλευθούν την πρόσφατη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος των ξένων επενδυτών οι οποίοι αποκτούν ιταλικές επιχειρήσεις. Στα χέρια τους έχουν 250 δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία προέρχονται από τις καταθέσεις των Ιταλών στο ταχυδρομικό ταμιευτήριο αλλά και από τις αποδόσεις των τοποθετήσεών του CDP σε πιστωτικές γραμμές και ομόλογα εγγυημένα από το ιταλικό Δημόσιο. Αξίζει να αναφερθεί ότι το ίδρυμα διατηρεί μεταξύ άλλων σε μετοχές το 25% του πετρελαϊκού κολοσσού της ΕΝΙ, τα δύο τρίτα του ναυπηγείου της Fincantieri, το ένα τρίτο των ενεργειακών ομίλων Terna και Snam, καθώς και ακίνητα και καινοτομικά κεφάλαια.

Το 2003 ήταν η πρώτη φορά που η τότε κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχε αρχίσει να βλέπει το CDP ως ένα όχημα μετατόπισης των κρατικών περιουσιακών στοιχείων από τους ισολογισμούς σε αυτό, ώστε να παραμείνουν και πάλι υπό τον έλεγχο του Δημοσίου. Με τη σειρά του ο πρωθυπουργός Μάριο Μόντι, επικεφαλής της κυβέρνησης τεχνοκρατών στις απαρχές της κρίσης στην Ευρωζώνη, είχε θέσει υπό την εποπτεία του τρεις κρατικές υπηρεσίες, όπως η υπηρεσία εξαγωγικών πιστώσεων Sace. Ο Ματέο Ρέντσι απομάκρυνε τους επικεφαλής του CDP που τοποθέτησαν οι προκάτοχοί του και επιδίωξε να τονώσει τον ρόλο του «ώστε και οι δυνατότητές του να γίνουν πλήρως εκμεταλλεύσιμες και ο αντίκτυπός του να καταστεί ισχυρότερος», επεξήγησε στους FT ο κ. Γκάλια. Τόσο ο πρωθυπουργός όσο και οι Κοσταμάνια και Γκάλια θέλουν να στρέψουν το ίδρυμα σε πεδία όπου η αγορά δεν κατόρθωσε να εμφυσήσει ζωή.

Υπό εξέταση είναι σχέδια για αναδιάρθρωση χρέους 6 δισ. ευρώ της κρατικής πετρελαϊκής Saipem, καθώς και επενδύσεις στα ταχύτατα ευρυζωνικά δίκτυα και η σύσταση «κακής τράπεζα», ώστε να εκκαθαριστεί μέρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων της Ιταλίας συνολικού ύψους 330 δισ. ευρώ.

Πέραν αυτών, όπως αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές, η Cassa Depositi e Prestiti σχεδιάζει εταιρείες στις οποίες ήδη έχει επενδύσει να τις προετοιμάσει για αρχική δημόσια εγγραφή και αρχική διάθεση των μετοχών τους. Συν τοις άλλοις, οι Κοσταμάνια και Γκάλια θα ασκήσουν πιέσεις στις Βρυξέλλες να τους δοθούν περισσότερα ευρωπαϊκά κονδύλια, χωρίς να αγνοούν τον κίνδυνο να παραβούν τους κανόνες για κρατική βοήθεια της Ε.Ε. Τα καθαρά εισοδήματα του ιδρύματος μειώθηκαν σε 1,16 δισ. ευρώ πέρυσι από τα 2,5 δισ. ευρώ του 2013, κυρίως εξαιτίας των χαμηλών επιτοκίων.