ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παρενέργειες από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ

parenergeies-apo-to-programma-posotikis-chalarosis-tis-ekt-2107992

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) παροτρύνει τις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης να επιταχύνουν τις μεταρρυθμίσεις, αλλά το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης έχει αμβλύνει σημαντικά τις πιέσεις στους πολιτικούς για να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, αφήνοντας έτσι μόνον την Ευρωπαϊκή Ενωση να απαιτεί την εφαρμογή μέτρων που εκ των πραγμάτων θίγουν τη δημοτικότητα των κυβερνήσεων. Και ενώ η Ε.Ε υιοθέτησε ακόμη πιο σκληρούς δημοσιονομικούς κανόνες στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει δείξει το απαραίτητο σθένος για την εφαρμογή τους, διότι οι κυβερνήσεις αρνούνται να συντονίσουν τις πολιτικές τους.

«Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε δεν επιθυμούν κανένα συντονισμό στη δημοσιονομική πολιτική τους, δεν ασκείται καμία πίεση από τις αγορές και οι κανόνες για τους προϋπολογισμούς τίθενται υπό αμφισβήτηση», σχολιάζει υψηλόβαθμος αξιωματούχος στην Κομισιόν.

Η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία έχουν υποβάλει προϋπολογισμούς για το 2016 στις Βρυξέλλες, οι οποίοι κινούνται ή ξεπερνούν τα όρια που ισχύουν για το δημοσιονομικό έλλειμμα. Η Πορτογαλία, η οποία βρίσκεται σε αναταραχή έπειτα από μια εκλογική αναμέτρηση με ασαφές αποτέλεσμα, δεν έχει υποβάλει κανέναν προϋπολογισμό.

Παράλληλα, η στενή παρακολούθηση που υπήρχε από τις αγορές στην κρίση χρέους και ασκούσε πίεση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για να λάβουν μέτρα συγκράτησης των ελλειμμάτων τους έχει πια υπαναχωρήσει έπειτα από την έναρξη του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ. «Οι μηχανισμοί συντονισμού μεταξύ των κρατών-μελών φαίνεται να ενεργοποιούνται μόνο κάτω από την πίεση των αγορών», τονίζει ο προαναφερόμενος αξιωματούχος της Ε.Ε. «Εμείς αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να ενθαρρύνουμε, να διευκολύνουμε και να επισημαίνουμε τα κρίσιμα σημεία στο πλαίσιο ενός διαλόγου που οι κυβερνήσεις φαίνονται διατεθειμένες να κάνουν μόνον όταν υπάρχει πολιτικό κόστος σε ένα βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα», σχολιάζει ο ίδιος. Θα ήταν ευπρόσδεκτη μια επιτάχυνση των ρυθμών ανάπτυξης. Προκειμένου, όμως, οι κυβερνήσεις να επιταχύνουν την ανάκαμψη, καταφεύγουν σε αύξηση των δημοσίων δαπανών διότι αυτό είναι που εισπράττουν άμεσα οι ψηφοφόροι.

Ανεπιθύμητες μεταρρυθμίσεις στα συνταξιοδοτικά συστήματα, στα δημόσια συστήματα υγείας, στο εργατικό δίκαιο ή στην απελευθέρωση συγκεκριμένων κλάδων στην οικονομία θα εξασφάλιζαν μακροπρόθεσμα οφέλη αλλά τα αποτελέσματα θα γίνονταν ορατά ύστερα από χρόνια. Σε αυτήν την κατάσταση δεν βοηθά η πρόθεση του προέδρου της Κομισιόν, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, να αποκτήσει η επιτροπή πολιτικό λόγο και να μην είναι μόνο ένας τεχνοκρατικός θεματοφύλακας των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ο πρώην Ιταλός πρωθυπουργός, Μάριο Μόντι, ο οποίος έχει επίσης διατελέσει καθήκοντα επιτρόπου Ανταγωνισμού και Εσωτερικής Αγοράς, θεωρεί πως υπάρχει διάθεση των κυβερνήσεων να αμβλύνουν τους κανόνες των Βρυξελλών για τους προϋπολογισμούς και τους περιορισμούς στην παροχή κρατικής βοήθειας. «Πολλοί ηγέτες των κρατών-μελών της Ε.Ε. θεωρούν πως μια πιο “πολιτική Κομισιόν” θα ασκεί περισσότερες πιέσεις στις εθνικές κυβερνήσεις», δήλωσε ο κ. Μόντι στο πλαίσιο του συνεδρίου «Friends of Europe» (Φίλοι της Ευρώπης). Αξιωματούχος της Ευρωζώνης προειδοποιεί πως τα κράτη-μέλη επαναλαμβάνουν τα λάθη του παρελθόντος, αυξάνοντας τις δαπάνες κατά τη διάρκεια μιας ανάκαμψης αφού τις είχαν μειώσει εν μέσω ύφεσης και ειδικότερα της κρίσης χρέους. «Ξεκινάμε εκ νέου τον ίδιο κύκλο – δημοσιονομική εξυγίανση σε κρίση και αύξηση δαπανών σε ανάκαμψη», σχολιάζει ο Ευρωπαίος αξιωματούχος. Ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Φρανς Τίμερμανς, αναγνώρισε ότι η ανάκαμψη κινείται σε βραδείς ρυθμούς ανάκαμψης παρά το ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί από τις χαμηλές τιμές του πετρελαίου, τα μειωμένα επιτόκια και την υποχώρηση του ευρώ. Σε αυτό το περιβάλλον, όμως, οι κυβερνήσεις προτιμούν να επικεντρωθούν σε πιο άμεσα προβλήματα όπως οι εθνικές εκλογές.