ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χαμηλότερα μπόνους, μικρότεροι κίνδυνοι

chamilotera-mponoys-mikroteroi-kindynoi-2108475

Ο Τζον Μακ Φάρλαν έχει ένα όνειρο. Ο εκτελεστικός πρόεδρος της Barclays οραματίζεται μια ουτοπία, όπου οι τράπεζες δεν θα καταβάλλουν μπόνους κάθε χρόνο, μειώνοντας ακόμη περισσότερο τα κίνητρα στους χρηματιστές και εν γένει διαπραγματευτές να αναλαμβάνουν υπερμεγέθεις κινδύνους. Ποιο είναι το πρόβλημα; Οτι οι υπόλοιπες τράπεζες δεν επιθυμούν θα υλοποιήσουν αυτήν την ουτοπία. Οι εποπτικές αρχές, όμως, θα μπορούσαν.

Οι τράπεζες ισχυρίζονται εδώ και καιρό πως η ανταμοιβή των υπαλλήλων τους με την καταβολή ετήσιων μπόνους θα περιόριζε τη δυνατότητά τους να διαχειριστούν τις δαπάνες, εκθέτοντας έτσι το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε μεγαλύτερες μεταβολές. Αυτό το επιχείρημα, όμως, είναι προβληματικό. Ουδέποτε οι τράπεζες περιόρισαν τόσο τα μπόνους ώστε να γίνει αισθητή μια αξιόλογη διαφορά στις δαπάνες τους.

Ο κ. Μακ Φάρλαν, ο οποίος εξέθεσε τις απόψεις του στο πλαίσιο συνεδρίου την περασμένη εβδομάδα, έχει το δίκιο με το μέρος του από δύο απόψεις. Πρώτον, οι μεγάλες καταβολές σε ρευστό κάθε 12 μήνες στρεβλώνουν τη συμπεριφορά των χρηματιστών ή των διαπραγματευτών με την ευρύτερη έννοια. Χρειάζεται, επιπροσθέτως, αρκετά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να εξακριβωθεί εάν τα κέρδη –που αντιστοιχούν σε αυτά τα μπόνους– ήταν πραγματικά ή παραπλανητικά.

Δεύτερον, η Barclays δεν μπορεί να καταργήσει μονομερώς τα ετήσια μπόνους, εάν δεν την μιμηθούν οι υπόλοιπες τράπεζες. Εκτός εάν αναγκαστεί από τις αρχές εποπτείας. Η Τράπεζα της Αγγλίας κατανοεί αυτή τη δυσκολία. Αν και οι κανόνες της για τα μπόνους είναι «κουκουλωμένοι», επί της ουσίας παρατείνουν την καταβολή του 60% των μπόνους που ξεπερνούν τις 500.000 στερλίνες ακόμη και έως μια επταετία.

Πιο αυστηροί είναι οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς επιβάλλουν πλαφόν ως το διπλάσιο των ετήσιων αποδοχών διότι, παράλληλα, περιορίζει τα μετρητά που έχουν δικαίωμα να εισπράξουν τα τραπεζικά στελέχη σε ένα συγκεκριμένο έτος. Οι ΗΠΑ έχουν μείνει πίσω σε αυτό το μέτωπο μεταρρυθμίσεων. Οι αμερικανικές τράπεζες είναι αντιμέτωπες με το ελάχιστο των περιορισμών στα μπόνους, αλλά η Morgan Stanley π.χ. έχει υποβάλει τα δικά της κριτήρια για τη σταδιακή καταβολή των μπόνους σε βάθος χρόνου.

Καμίας αρχής εποπτεία δεν έχει θέσει το ζήτημα τόσο ριζοσπαστικά όσο ο κ. Μακ Φάρλαν. Και είναι απίθανο να αναλάβουν την τύχη του ζητήματος αυτού οι τράπεζες, λειτουργώντας συλλογικά.