ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υψηλό το εργατικό κόστος στη Γερμανία

factory1

Το 2014 το δυτικό τμήμα της Γερμανίας μία φορά ακόμη είχε καταταγεί μεταξύ των βιομηχανικών χωρών οι οποίες διατηρούν σε πολύ υψηλά επίπεδα το εργατικό τους κόστος. Αξίζει να αναφερθεί πως μόνο σε λίγες μικρότερου μεγέθους χώρες, όπως η Νορβηγία, η Ελβετία, το Βέλγιο, η Δανία και η Σουηδία, οι επιχειρήσεις στον κλάδο της μεταποίησης καλούνται να επωμιστούν ακόμα υψηλότερο εργατικό κόστος.

Πάντως, το εργατικό κόστος συναπαρτίζεται από επιμέρους συστατικά στοιχεία. Πέραν του ακαθάριστου μισθού του υπαλλήλου και των καθαρών αποδοχών του, το αμέσως μεγαλύτερο μερίδιο επί του συνόλου καταλαμβάνουν οι ασφαλιστικές εργοδοτικές εισφορές. Σημαντικό τμήμα επί των αποδοχών καταλαμβάνει και η δαπάνη για το εταιρικό συνταξιοδοτικό ταμείο, στο οποίο η εκάστοτε εταιρεία υπάγει το προσωπικό της, καθώς και άλλα κόστη όπως οι αποζημιώσεις, τα οικογενειακά επιδόματα, η επιμόρφωση των εργαζομένων και τα επιδόματα για σίτιση στο εστιατόριο της επιχείρησης. Το δυτικό τμήμα της Γερμανίας με το εργατικό κόστος στα 39,97 ευρώ την ώρα είναι η έκτη ακριβότερη χώρα για τα δεδομένα του 2014.

Στις δε αγγλόφωνες χώρες ο κλάδος της μεταποίησης λειτουργεί με πολύ χαμηλότερο κόστος. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, συγκεκριμένα, το ωριαίο εργατικό κόστος ανέρχεται στα 27 ευρώ και στη Βρετανία στα 26 ευρώ. Η δε πρώην Ανατολική Γερμανία εμπίπτει στην ίδια κατηγορία, όπου το εργατικό κόστος φθάνει τα 25 ευρώ σε ωριαία βάση. Σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα διαμορφώνεται το ανά εργαζόμενο κόστος στις χειμαζόμενες από την κρίση χώρες της νότιας Ευρώπης και κυμαίνεται από 11 έως 23 ευρώ την ώρα. Πέραν αυτών, υπάρχουν και λίγες χώρες στις οποίες οι πρόσθετες εργατικές δαπάνες, όπως λόγου χάριν αμοιβές πέραν του καθορισμένου μισθού, είναι υψηλότερες από τη Γερμανία. Συγκεκριμένα, στο δυτικό τμήμα της Γερμανίας και στον κλάδο της μεταποίησης σε κάθε 100 ευρώ καθαρών αποδοχών αντιστοιχούν 76 ευρώ επιπρόσθετων δαπανών. Στο Βέλγιο, τώρα, η αντιστοιχία είναι 100 προς 100, δηλαδή ακριβώς ένας μισθός, ενώ στην Αυστρία το επιπλέον κόστος ανέρχεται στα 92 ευρώ. Αυτά τα υψηλά νούμερα σχετίζονται με τις ασφαλιστικές εισφορές, τις οποίες επωμίζονται οι εργοδότες στις ανωτέρω χώρες, όταν στη Γερμανία το βάρος μοιράζεται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Στη δε Δανία και στον κλάδο της μεταποίησης οι επιπρόσθετες εργατικές δαπάνες αντιστοιχούν στο 38% του μισθού κι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός πως το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης χρηματοδοτούν οι φόροι.

Το τρέχον έτος, στη Γερμανία το εργατικό κόστος θα επηρεαστεί από δύο παράγοντες, τους μισθούς και την ισοτιμία του ευρώ. Το πρώτο εξάμηνο οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές στη μεταποίηση αυξήθηκαν σημαντικά, κατά 3%, έναντι του 2014. Οι ασφαλιστικές εισφορές παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες το 2015, οπότε και το εργατικό κόστος θα αυξηθεί με τον ίδιο ρυθμό. Συνεπώς, η Γερμανία μία φορά ακόμη θα πρέπει να ξεπεράσει τη δυναμική του υψηλότερου εργατικού κόστους σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης του μόλις κάτω του 2% την πρώτη εξαμηνία τρέχοντος. Η δε ισοτιμία του ευρώ αναμένεται να είναι λιγότερο δαπανηρή, εάν γίνει σύγκριση με τις εκτός της Ευρωζώνης χώρες. Αλλωστε το ευρώ έχει παρουσιάσει σημαντική αποδυνάμωση από τις αρχές του έτους. Το πρώτο εννεάμηνο του 2015 η βρετανική στερλίνα ήταν 11% ενισχυμένη προς το ευρώ από τον ετήσιο μέσο όρο του 2014, το ελβετικό φράγκο κατά 145 και το δολάριο κατά 19% πιο ισχυρό. Οι εξελίξεις αυτές κατατείνουν σε σαφή βελτίωση της θέσης της Γερμανίας ως προς το εργατικό της κόστος εν συγκρίσει με τις προαναφερθείσες χώρες. Εντούτοις, η καλυτέρευση της γερμανικής οικονομίας αναφορικά με τον ανταγωνισμό ως απόρροια των ισοτιμιών δεν είναι μόνιμη.

* Επικεφαλής οικονομολόγος του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών της Κολωνίας. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου.