ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πρωταθλητές ανισότητας οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο ευρωπαϊκός Νότος

26s23morganstanley

Oι μεγαλύτερες ανισότητες στον ανεπτυγμένο κόσμο εντοπίζονται στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και ακολουθούν οι ΗΠΑ, η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στον κόσμο. Αυτό είναι το πόρισμα που προκύπτει από ανάλυση της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας Morgan Stanley, η οποία εστίασε σε μια σειρά παραμέτρων όπως το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων, η αναγκαστική εργασία με συμβάσεις μερικής απασχόλησης, η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας στο πλαίσιο του κράτους πρόνοιας και η πρόσβαση στο Διαδίκτυο.

Τις πρώτες πέντε θέσεις στη λίστα της Morgan Stanley για τις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου με τη μεγαλύτερη ανισότητα καταλαμβάνουν η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Ισπανία και οι ΗΠΑ. «Οι προηγούμενες γενιές των οικογενειών της μεσαίας τάξης, έτσι όπως αναδύθηκαν κατά τη μεταπολεμική περίοδο, μπορούσαν να ελπίζουν και να στοχεύουν σε μια βελτίωση του βιοτικού τους επίπεδου με την απόκτηση ενός σχετικά ευρύχωρου σπιτιού, μια αξιοπρεπή παιδεία για τα παιδιά τους και την εξασφάλιση ικανοποιητικών συντάξεων», αναφέρουν οι οικονομολόγοι της Morgan Stanley στην έκθεση. «Αντίθετα, τα ιδανικά της μεσαίας τάξης σήμερα τελματώνουν σε ένα περιβάλλον ανασφάλειας για την εργασία και τη συνταξιοδότηση».

Τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης στον ευρωπαϊκό Νότο ανακάμπτουν ύστερα από πολυετή ύφεση και την εφαρμογή σκληρών μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας, με βίαιες περικοπές στις δαπάνες της κεντρικής και των περιφερειακών κυβερνήσεων. Μοναδική εξαίρεση είναι η Ελλάδα, που εξακολουθεί να βρίσκεται σε κρίση και έχει προσχωρήσει σε τρίτο πακέτο διάσωσης ενώ έχει ήδη χάσει το ένα τέταρτο του ΑΕΠ στο διάστημα της τελευταίας εξαετίας.

Ομως, η ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία παρά το ότι οι οικονομίες έχουν επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Συν τοις άλλοις, οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών καλούνται από τις Βρυξέλλες να συνεχίσουν την πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας για τη μείωση των ελλειμμάτων στους προϋπολογισμούς τους. Ακόμη και στην περίπτωση της Ισπανίας, η οποία παρουσιάζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης επί εννέα συναπτά τρίμηνα και αποτελεί πηγή αισιοδοξίας για μια εύρωστη ανάπτυξη στην ευρύτερη Ευρωζώνη, αναμένεται να εμφανίσει αύξηση του διαρθρωτικού ελλείμματος, σύμφωνα με την Κομισιόν. Και στην περίπτωση των ΗΠΑ, όμως, οι μισθοί δεν αυξάνονται σε ικανοποιητικούς ρυθμούς, αποτελώντας έναν από τους βασικούς λόγους που η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ έχει καθυστερήσει την αύξηση των επιτοκίων.

Η διεύρυνση της οικονομικής ανισότητας σε αυτές τις χώρες, όπως επισημαίνεται από τη Morgan Stanley, πλήττει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Παρεμποδίζοντας την πρόσβαση σε ευκαιρίες, υποβαθμίζονται τα κίνητρα για σκληρή εργασία, η απόκτηση ανώτατης παιδείας ή η βελτίωση των όποιων δεξιοτήτων. Ενα τέτοιο περιβάλλον επηρεάζει την εμπιστοσύνη του κόσμου στους κυβερνητικούς αξιωματούχους και οδηγεί σε οικονομικές λύσεις όπως η εντατικοποίηση της ρύθμισης των αγορών, ο προστατευτισμός και τα μέτρα κατά της μετανάστευσης. Η Morgan Stanley επισημαίνει πως σε αυτό το περιβάλλον επωφελούνται εταιρείες που παράγουν βασικά αγαθά και μπορούν να απευθύνονται σε καταναλωτές μεσαίου και υψηλού εισοδήματος.

Οι Αμερικανοί προτιμούν την αποταμίευση

Ισχνή ήταν η αύξηση της κατανάλωσης στην αμερικανική οικονομία τον Οκτώβριο, καθώς οι Αμερικανοί αποφάσισαν να στραφούν στην αποταμίευση. Οι καταναλωτές δαπάνες αυξήθηκαν μόλις 0,1% τον Οκτώβριο από τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, τα προσωπικά εισοδήματα αυξήθηκαν κατά 0,4% έπειτα από άνοδο 0,2% τον Σεπτέμβριο. Αντίθετα από αυτήν τη σχεδόν αμελητέα ενίσχυση της κατανάλωσης στις ΗΠΑ, που αντιπροσωπεύει πάνω από τα δύο τρίτα της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα, οι αποταμιεύσεις αυξήθηκαν στα 761,9 δισ. δολάρια τον προηγούμενο μήνα από τα 722,9 δισ. δολάρια τον Σεπτέμβριο, αντανακλώντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Δεκέμβριο του 2012. Οι προσδοκίες των καταναλωτών στις ΗΠΑ δεν είναι θετικές, όπως κατέστη σαφές από την πτώση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Νοέμβριο στο χαμηλό δωδεκαμήνου, αγνοώντας την προς τα πάνω αναθεώρηση του ΑΕΠ στο 2,1% για το γ΄ τρίμηνο.