ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αλλάζει η επενδυτική φιλοσοφία των Ταμείων

download

Είναι δύο διαφορετικές όψεις ενός περίπλοκου χρηματοπιστωτικού συστήματος: τα συνταξιοδοτικά ταμεία επενδύουν όχι μόνον σε ασφαλή ομόλογα, αλλά και σε ριψοκίνδυνα δάνεια, τα οποία λαμβάνουν εταιρείες για να χρηματοδοτήσουν την επαναγορά μετοχών. Μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν επιδοθεί στη στρατηγική επαναγοράς μετοχών, διότι τους προσφέρει λογιστικά και φορολογικά οφέλη όταν, παράλληλα, δρομολογούν τεράστια μέτρα περικοπής κόστους.

Με το δημογραφικό πρόβλημα να βρίσκεται σε εξέλιξη στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές στις ΗΠΑ διερευνούν διάφορους τρόπους για να μπορούν να αντεπεξέρχονται στις υποχρεώσεις τους απέναντι στους συνταξιούχους, επενδύοντας σε προϊόντα με υψηλές αποδόσεις και όχι μόνον στα ασφαλή κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ.

Κάτω από την τρέχουσα συγκυρία, μάλιστα, οι διαχειριστές των συνταξιοδοτικών ταμείων διστάζουν να προχωρήσουν σε μεγάλες τοποθετήσεις μετοχών μετά την τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-09, αλλά και τις μαζικές ρευστοποιήσεις θέσεων που έλαβαν χώρα αυτό το καλοκαίρι, με αφετηρία την ανησυχία για μια επιβράδυνση της Κίνας.

Οπότε τα συνταξιοδοτικά ταμεία στρέφονται σε επενδύσεις σταθερού εισοδήματος. Δεν αγοράζουν μόνον ομόλογα με υψηλή επενδυτική βαθμολογία. Επενδύουν, επίσης, σε εταιρείες ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων και κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds), που αγοράζουν με μόχλευση τίτλους με υψηλές αποδόσεις, αλλά και υψηλό κίνδυνο, όπως είναι τα ομόλογα «σκουπίδια» (junk bonds).

Η ζήτηση για εναλλακτικές επενδύσεις από τα συνταξιοδοτικά ταμεία έχει εκτοξεύσει την έκδοση εταιρικών ομολόγων σε επίπεδα ρεκόρ. Τα χαμηλά επιτόκια των τελευταίων ετών έχουν καταστήσει υποτονικές τις επενδύσεις σε πιο συντηρητικά προϊόντα, ενώ ήταν όλον αυτόν τον καιρό πολύ εύκολη η πρόσβαση των εταιρειών σε δάνεια μέσα από την έκδοση ομολόγων.

Την ίδια ώρα, οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ διοχετεύουν τεράστια ποσά στην επαναγορά μετοχών τους. Χρησιμοποιούν τα κεφάλαια που άντλησαν από την έκδοση ομολόγων για να εξασφαλίσουν φορολογικά και λογιστικά οφέλη. Αυτά τα προγράμματα επαναγοράς μετοχών παρέχουν μια εναλλακτική στις επενδύσεις κεφαλαίου ή τις δαπάνες στην έρευνα, όταν οι συνθήκες στην αγορά δεν δικαιολογούν μακροπρόθεσμα σχέδια με αβέβαιο αποτέλεσμα. Οι επαναγορές μετοχών είναι προτιμότερες, επειδή επιστρέφουν κέρδη στους μετόχους και ενισχύουν τις αποδοχές των στελεχών, ακόμη και όταν μια εταιρεία διανύει μια φάση αναδιάρθρωσης των δραστηριοτήτων της, που περιλαμβάνει μαζικές περικοπές θέσεων εργασίας.

Σε απλά νούμερα, οι επαναγορές μετοχών έχουν παρουσιάσει υπερδιπλάσια άνοδο σε σχέση με την πορεία των χρηματιστηριακών αγορών στις ΗΠΑ από τότε που ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2009. Σε συνολική βάση, οι αμερικανικές εταιρείες, μη συμπεριλαμβανομένου του κλάδου παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, έχουν δαπανήσει 2,24 τρισ. δολάρια σε προγράμματα επαναγοράς μετοχών από το 2009, ενώ έχουν δανειστεί ακόμη 1,9 τρισ. δολάρια για τη χρηματοδότησή τους, σύμφωνα με ανάλυση του πρακτορείου Reuters σε στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed). «Βρισκόμαστε σε μια τεράστια ανοδική αγορά που τροφοδοτείται από χρηματοοικονομικά εργαλεία, τα οποία ειδικεύονται στην έκδοση τίτλων χρέους», επισημαίνει ο Μπράιαν Ρέινολντς, στρατηγικός επενδυτής στη χρηματιστηριακή εταιρεία New Albion Partners, ο οποίος αναλύει την κατανομή κεφαλαίων από συνταξιοδοτικά ταμεία. «Τα συνταξιοδοτικά ταμεία είναι ο πιο σημαντικός επενδυτής στην αγορά εταιρικών ομολόγων», σχολιάζει ο Ολιβερ Ριντ, επικεφαλής της CIFC Asset Management, η οποία διαχειρίζεται κεφάλαια 14,2 δισ. δολαρίων.