ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ρεκόρ συμφωνιών το 2015 με κυρίαρχους του παιχνιδιού τις αμερικανικές εταιρείες

s10_eteries_0101

Αν έπρεπε να δοθεί ένας χαρακτηρισμός στη χρονιά που μόλις έληξε, θα ήταν αυτός των πολύ μεγάλων επιχειρηματικών συμφωνιών σε διεθνή κλίμακα. Η αξία τους φθάνει τα 4,2 τρισ. δολάρια, ξεπερνώντας το προηγούμενο ρεκόρ των 3,4 τρισ. δολαρίων του 2007, ενώ φθάνουν τις 37.212 σε αριθμό. Οι περισσότερες έγιναν στις ΗΠΑ –μερίδιο άνω του 50%– και έπεται, ασθμαίνοντας, η Ευρώπη με μόλις 21%, ποσοστό το οποίο είναι το χαμηλότερο των τελευταίων 17 ετών. Η κορυφαία συμφωνία συντελείται στη φαρμακοβιομηχανία και είναι η συγχώνευση των Pfizer και Allergan αντί 183,7 δισ. δολαρίων. Το συνολικό ποσόν των 4,2 τρισ. δολαρίων αντιστοιχεί σε όλες τις εξαγορές και συγχωνεύσεις, την απόκτηση μεριδίων, τις κοινοπραξίες, την αυτονόμηση δραστηριοτήτων αλλά όχι την επαναγορά μετοχών.

Πρωτιά

Η μερίδα του λέοντος μεταξύ των τραπεζών, οι οποίες διεκπεραίωσαν τις προαναφερθείσες συμφωνίες, ανήκει στην Goldman Sachs. Σε αυτή τη θέση βρίσκεται επί 15 έτη, εκτός του 2000 και του 2009 με τη Morgan Stanley να την εξοστρακίζει προσωρινά. Η Goldman Sachs είναι πρώτη με σύναψη συμφωνιών 1,41 τρισ. δολαρίων. Δεύτερη ακολουθεί η Morgan Stanley με 1,37 τρισ. δολάρια και τρίτη η JP Morgan με 1,3 τρισ. δολάρια. Ο Τζον Γουόλντρον, συν-επικεφαλής του τμήματος επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs, επισημαίνει πως εκείνος και οι συνάδελφοί του εν γένει αναζητούν συγκεκριμένους παράγοντες, οι οποίοι ενεργοποιούν ή ανακόπτουν τη δραστηριότητα των εταιρειών. «Οι εταιρείες στον χώρο της καλωδιακής τηλεόρασης, της ψυχαγωγίας και συναφούς περιεχομένου οδεύουν προς το τέλος του παιχνιδιού και δεν προβλέπονται μεγάλης κλίμακας κινήσεις», παρατηρεί ο κ. Γουόλντρον. «Αντιθέτως, στα καταναλωτικά αγαθά, τα Μέσα, τις πρώτες ύλες ή τα διαφοροποιημένα βιομηχανικά προϊόντα υπάρχουν πολλά περιθώρια για μεγάλες συμφωνίες».

Το ερώτημα παραμένει. Μετά ένα έτος-ρεκόρ, το οποίο παραπέμπει στην εποχή πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση, τι έπεται; Μπορεί να επιτευχθούν θεαματικές επιδόσεις και το 2016; Η ιστορία έχει αντίθετη άποψη. Μετά τα δύο προηγούμενα έτη-ρεκόρ, το 2007 και το 2002, ακολούθησαν έντονες διορθωτικές κινήσεις. Επιπλέον, και το κόστος υλοποίησης μιας συμφωνίας βρίσκεται σήμερα σε πρωτοφανή ύψη. Οι αγοράστριες εταιρείες το 2015 πλήρωσαν 11,26 φορές τα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων κέρδη για να αποκτήσουν ό,τι επιδίωκαν. «Βρισκόμαστε στα τελευταία στάδια του κύκλου των μεγαλόπνοων και κολοσσιαίων συμφωνιών», παρατηρεί ο Γκάρι Πόστερνακ, επικεφαλής διεθνών εξαγορών και συγχωνεύσεων στη βρετανική Barclays. «Το 2015 δέσποσαν οι μεγάλης κλίμακας συμφωνίες, οπότε περιμένουμε μία επιβράδυνση το 2016». Ως τέτοιες λογίζονται όσες υπερβαίνουν σε αξία τα 20 δισ. δολάρια. Συνήφθησαν πέρυσι δεκαεπτά τέτοιες συμφωνίες, όταν την πενταετία 2010-2014 συνήφθησαν τριάντα πέντε. Επιπλέον, το 2015 υλοποιήθηκαν πολύ φιλόδοξα σχέδια: από τη συγχώνευση των 183,7 δισ. δολαρίων μεταξύ Pfizer – Allergan μέχρι την εξαγορά της ζυθοποιίας SABMiller από την Anheuser – Busch InBev αντί 120,5 δισ. δολαρίων. Οι αναλυτές θεωρούν πως το 2016 θα υπάρξει «πεδίον δόξης λαμπρόν» για πάμπολλες μεσαίου μεγέθους συμφωνίες.

Δείκτης

Ενα άλλο χαρακτηριστικό των κολοσσιαίων συμφωνιών, με βάση την πρόσφατη ιστορική εμπειρία, είναι ότι συνήθως δηλώνουν την αδυναμία των εταιρειών να εμφανίσουν οργανική ανάπτυξη και προαναγγέλλουν περιόδους κάμψης της οικονομίας. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, «η εξοικονόμηση πόρων και οι συνέργειες που προκύπτουν από εξαγορές και συγχωνεύσεις, σημαίνουν πως χάνονται θέσεις εργασίας», υπογραμμίζει ο Ντέιβιντ Ρόζενμπεργκ, οικονομολόγος της καναδικής Gluskin Sheff, που ασχολείται με διαχείριση κεφαλαίων. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο, ο αντίκτυπος εξαγορών και συγχωνεύσεων είναι αβέβαιος. «Σε έναν κόσμο όπου το κόστος δανεισμού είναι σχεδόν μηδενικό, αποφασίζεις να συγχωνευθείς και να εξαγοράσεις πιο πρόθυμα και πιο συχνά από ό,τι σε άλλες περιόδους», τονίζει, τέλος, ο Τζιμ Πόλσεν, ανώτατο στέλεχος επενδυτικής στρατηγικής στην αμερικανική Wells Capital Management. «Με δεδομένο το πόσο παράδοξη ήταν η ανάκαμψη στις ΗΠΑ τα τελευταία 7 χρόνια με την ασθενική ανάπτυξη και τα χαμηλότατα επιτόκια, ενδεχομένως το τρέχον κύμα των επιχειρηματικών συμφωνιών να διαμηνύει την ισχύ της αμερικανικής οικονομίας».