ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάγκη νέας φιλοσοφίας

ksenaxrimat6

Η αρμόδια αρχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της Βρετανίας αποφάσισε να μην προχωρήσει σε αναθεώρηση των προδιαγραφών, που αφορούν την εταιρική κουλτούρα των τραπεζών. Ισως αυτό να έχει να κάνει με τη γενικότερη στάση της βρετανικής κυβέρνησης στο ότι έχει περιορίσει τις επικρίσεις της προς τις τράπεζες. Συν τοις άλλοις, έχει να κάνει με το ότι η κατανόηση του γιατί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα συμπεριφέρονται με τον τρόπο που συμπεριφέρονται, απαιτεί όχι μόνο αναθεώρηση αλλά έναν νέο τρόπο σκέψης σχετικά με το πρόβλημα. Θα αναλύσω εδώ την πρότασή μου. Οι οικονομολόγοι κάνουν λόγο για «τρίλημμα» στη νομισματική πολιτική. Διαβεβαιώνουν, μάλιστα, ότι, όταν ανακύψουν τρία καίρια ζητήματα, οι κυβερνήσεις μπορούν να απαιτήσουν να ρυθμιστούν εφάπαξ μόνον δύο από αυτά και στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, τον έλεγχο στη διαμόρφωση των επιτοκίων και τη σταθερότητα του νομίσματος. Εάν προσπαθήσουν να επιμείνουν και στα τρία, κάτι σπάει. Η κουλτούρα των τραπεζών, η οποία μπορεί χονδρικά να οριστεί ως η κινητήριος δύναμη, που κινητοποιεί έναν οργανισμό πέραν της βασικής επιθυμίας των υπαλλήλων της να αμείβονται, αποτελεί μέρος ενός «τριλήμματος».

Οι πλευρές του τριγώνου των τραπεζικών υπηρεσιών αντιστοιχούν στην ηθική, στο μέγεθος και στην αξία των μετοχών. Ισως σε μία δεδομένη στιγμή να είναι εφικτό να επιτευχθούν μόνον τα δύο από αυτά. Ας πάρουμε παράδειγμα την HSBC. Απασχολεί 260.000 υπαλλήλους, στοχεύει σε αποδόσεις υπεράνω του κόστους κεφαλαίου και στην ιστοσελίδα της ισχυρίζεται ότι επιθυμεί να διασφαλίσει πως οι υπάλληλοί της «αισθάνονται ενδυναμωμένοι να πράξουν το σωστό και να λειτουργήσουν με θάρρος και ακεραιότητα». Ωραία αισθήματα, αλλά η HSBC φαίνεται πως πιθανώς μπορεί να επιτύχει μόνον ένα από τα προαναφερθέντα. Τα τελευταία χρόνια, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα είχε εμπλακεί στη σοβαρή υπόθεση διευκόλυνσης φοροφυγάδων με λογαριασμούς στην Ελβετία και σε μία εξίσου σοβαρή, που είχε να κάνει με «ξέπλυμα» χρήματος από το Μεξικό. Τα δύο κρούσματα συνέβησαν, αφότου η HSBC είχε διογκωθεί πολύ ως χρηματοπιστωτικός όμιλος. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα εξαγορών, τις οποίες διεκπεραίωσε τις τελευταίες δεκαετίες. Παράλληλα, δεν έχει κατορθώσει να εμφανίσει κέρδη. Φανταστείτε, εάν μία τράπεζα ήταν αποφασισμένη να δρα ηθικά και να θέλει να παραμείνει μεγάλη σε μέγεθος.

Η δημιουργία αξίας για τους μετόχους της θα απέβαινε πολύ δυσκολότερη. Πολλά από τα έσοδα που απεκόμισαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα την προηγούμενη δεκαετία, προήλθαν από την εσφαλμένη πώληση προϊόντων, τα οποία δεν χρειάζονταν οι πελάτες, την παροχή υπηρεσιών σε αμφιλεγόμενους πελάτες ή την απευθείας παράκαμψη ή παραβίαση των ρυθμιστικών κανόνων ή των κανόνων της αγοράς. Αυτό καταδείχθηκε σε μία σειρά σκανδάλων για τον καθορισμό επιτοκίων, στα οποία εμπλέκονταν πολλές τράπεζες διεθνούς βεληνεκούς, όπως η Barclays και η UBS. Aν οι τράπεζες δεν είχαν τη δυνατότητα να κάνουν κάτι από τα παραπάνω, τότε θα υποχρεώνονταν να απολύσουν ακόμα περισσότερο προσωπικό. Σκεφθείτε, λοιπόν, ότι αντί για τα ανωτέρω μία τράπεζα επιδιώκει μεγιστοποίηση των αποδόσεων, διατηρώντας την ηθική της ακεραιότητα. Στο σημείο αυτό θα ήθελαν να βρίσκονται υπεύθυνες τράπεζες, όπως η HSBC. Αυτό υποδηλώνει ένα πολύ μικρότερο οργανισμό, όπου τα ηθικά διαβρωμένα κομμάτια της αυτοκρατορίας δεν εξαπλώνονται σε τέτοια κλίμακα, ώστε να τίθενται εκτός ελέγχου. Υπάρχει άλλη μία επιλογή, η οποία είναι να μεγιστοποιείς τα κέρδη, να αποκτάς το μέγεθος, που σε ικανοποιεί, και απλώς να αποδέχεσαι ως τράπεζα ότι αυτό που θα προκύπτει ως εταιρική κουλτούρα είναι ο αμοραλισμός. Εξ ου και -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- oι δηλώσεις των μεγάλων ομίλων περί αρχών είναι παραπλανητικές. Με ένα τέτοιο σκεπτικό και οι βρετανικές αρχές σκέφθηκαν πως η εστίαση στο πολύ περιορισμένο πεδίο της «κουλτούρας» είναι σπατάλη χρόνου.