ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παράνομες οι βελγικές φοροελαφρύνσεις

paranomes-oi-velgikes-foroelafrynseis-2117845

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε χθες από το Βέλγιο να ανακτήσει περίπου 700 εκατομμύρια από 35 πολυεθνικές εταιρείες που έχουν επωφεληθεί από μία σειρά φορολογικών «ελαφρύνσεων» που δεν ήταν συμβατές με τους κοινοτικούς κανονισμούς. «Οι εθνικές φορολογικές αρχές δεν μπορούν να θεσπίζουν φορολογικά συστήματα που ευνοούν μόνο μια επιλεγμένη ομάδα εταιρειών, στην περίπτωση αυτή πολυεθνικών» αναφέρεται στην ανακοίνωση της Κομισιόν.

Η υπόθεση είναι αρκετά σημαντική, καθώς η αρμόδια επίτροπος Ανταγωνισμού, Μ. Βέσταγερ, καλείται να δείξει στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού ότι ασκεί εξίσου μεγάλη πίεση τόσο σε ευρωπαϊκές όσο και αμερικανικές εταιρείες. Αυτή τη στιγμή υπό τον έλεγχο της Κομισιόν είναι η Apple στην Ιρλανδία και η Amazon και η Mc Donald’s στο Λουξεμβούργο, καθώς ανησυχεί ότι οι ευνοϊκές φορολογικές συμφωνίες ενδέχεται να θέσουν ζητήματα κρατικών ενισχύσεων. Για τη Δανή Επίτροπο, όμως, οι περισσότερες εταιρείες που επωφελούνται είναι ευρωπαϊκές και ευρωπαϊκές είναι και οι εταιρείες που καλούνται να δώσουν πίσω 500 από τα συνολικά 700 εκατομμύρια ευρώ όπως δήλωσε στη χθεσινή της συνέντευξη Τύπου.

Ο Βέλγος υπουργός Οικονομικών, Γ. Οβερτβελντ, είπε ότι η κυβέρνησή του μπορεί να υποβάλει έφεση στην απόφαση της Επιτροπής και προειδοποίησε ότι η επιστροφή αυτών των χρημάτων μπορεί να αποδειχτεί δύσκολη και επιβλαβής για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Για την επιτροπή ευνοϊκές φορολογικές συμφωνίες είναι μία μορφή παράνομων επιδοτήσεων και άδικες για τους ανταγωνιστές των εταιρειών αυτών. Την αποφασιστικότητά της να αντιμετωπίσει τέτοιες αδικίες έδειξε η κ. Βέσταγκερ ήδη από τον Οκτώβριο, δίνοντας πρόστιμα δεκάδων εκατομμυρίων στη Fiat και τη Starbucks που τώρα βρίσκονται στη διαδικασία έφεσης.

Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι μία από τις κορυφαίες προτεραιότητες της παρούσας Επιτροπής. Τα μέτρα για την αντιμετώπισή της που παρουσίασε η Επιτροπή τον Μάρτιο του περασμένου έτους, είχαν τα πρώτα θετικά αποτελέσματα τον Οκτώβριο του 2015 όταν τα κράτη-μέλη κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών για τις ευνοϊκές φορολογικές συμφωνίες, ύστερα από λίγους μήνες διαπραγματεύσεων.