ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συνεχίζονται οι εκροές κεφαλαίων από αναδυόμενες

synechizontai-oi-ekroes-kefalaion-apo-anadyomenes-2118952

Κεφάλαια άνω του 1 τρισ. δολαρίων έχουν εγκαταλείψει τις αναδυόμενες αγορές το τελευταίο 18μηνο, αν και θεωρείται πως οι εν λόγω εκροές δεν έχουν φθάσει ούτε καν στο ήμισυ της διαδρομής τους. Οι κάποτε ακμάζουσες οικονομίες μοιάζουν σήμερα παγιδευμένες σε έναν κύκλο ασθενικών επενδύσεων και ανάπτυξης και αιμορραγούν με αργό ρυθμό. Οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις δεν αποτελούν άγνωστο φαινόμενο για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, με αρκετά κατακλυσμιαία φαινόμενα λόγω νομισμάτων και χρέους να τις πλήττουν κατά κύματα τις τελευταίες δεκαετίες. Εντούτοις, οι ηγέτες, που συγκεντρώνονται στο Νταβός για το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, φοβούνται μήπως με δυσκολία αποτραπεί ένα ανάλογο επεισόδιο σήμερα.

Η ολοένα και εντεινόμενη ανησυχία τους εκπηγάζει από τον συνδυασμό παραγόντων, όπως η περαιτέρω αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων, η άνοδος του δολαρίου, η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας και μια ενδεχόμενη έκρηξη στον κύκλο των τιμών των εμπορευμάτων. Πολλοί εκτιμούν πως μόλις ολοκληρωθεί ο κύκλος της αποδυνάμωσης στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, δεν πρόκειται να παρουσιαστεί αιφνίδια ανάκαμψή τους και να αποζημιωθούν οι επενδυτές, οι οποίοι έδειξαν σθένος στις χειρότερες στιγμές.

Αναφερόμενος στην ανάκαμψη των χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας, της Ρωσίας και της Βραζιλίας μετά την κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Ντέιβιντ Σπίγκελ, επικεφαλής του τμήματος αναδυόμενων αγορών στην ICBC Standard Bank, επισημαίνει: «Το 2001 τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, καθώς τα αστέρια ήταν πολύ ευνοϊκά για την παγκοσμιοποίηση και τα περισσότερα οφέλη καρπώθηκαν οι αναδυόμενες αγορές. Ομως, σήμερα, δεν έχουμε τους πολλαπλούς παράγοντες εκείνους, που θα δράσουν και πάλι καταλυτικά». Το 2001 ο βασικός καταλύτης ήταν, βέβαια, η Κίνα. Η ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου έδωσε σάρκα και οστά στο θαύμα των εξαγωγών και των επενδύσεών της, το οποίο εκτίναξε την οικονομία της από την έκτη στη δεύτερη θέση παγκοσμίως. Η άνοδός της συμπαρέσυρε πολλές από τις αναπτυσσόμενες χώρες και ειδικότερα από τις νοτιοαμερικανικές εξαγωγικές εταιρείες σόγιας και χάλυβα έως τα ασιατικά εργοστάσια, που κατέστησαν μέρος της γιγαντιαίας κινεζικής προμηθευτικής αλυσίδας. Σήμερα αρκετοί διαπιστώνουν πως ό,τι συνέβη με την Κίνα, συνέβη εφάπαξ και οι επιπτώσεις του εξαλείφονται διά παντός.

Ενα από τα χαρακτηριστικά της «χρυσής εποχής» ήταν η πρωτοφανής ποσότητα κεφαλαίων που εισέρρευσαν στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Σύμφωνα με το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο, οι καθαρές εισροές την περίοδο 2001-2011 ανήλθαν σε 3 τρισ. δολάρια. Μέρος από αυτές άρχισε να εκρέει το 2015. Ηταν και η πρώτη φορά που παρατηρήθηκε κάτι τέτοιο από το 1998. Αυτό σημαίνει ζημία 540 δισ. δολαρίων, όπως τονίζει το Ινστιτούτο, προβλέποντας να συνεχιστούν οι εκροές και το 2016. Η JPMorgan εκτιμά πως μόνο από τα μέσα του 2014 έχει εγκαταλείψει την Κίνα σχεδόν 1 τρισ. δολάρια. Τα δε συναλλαγματικά της διαθέσιμα μειώθηκαν περισσότερο από 500 δισ. δολάρια το 2015. Ο εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου, Χανγκ Τραν, επισημαίνει πως τα προβλήματα δεν είναι μόνον εξωγενή για τις αναδυόμενες, αλλά και ενδογενή, όπως η μείωση της παραγωγικότητάς τους. Εκτιμά πως στον περισσότερο αναπτυσσόμενο κόσμο αυξάνεται μόλις 0,9% σε ετήσια βάση, δηλαδή κατά το ένα τέταρτο του αντίστοιχου ρυθμού πριν από το 2007. Ωστόσο, στο σημερινό σκηνικό εντοπίζονται ορισμένες φωτεινές νησίδες, όπως η Ινδία και το Μεξικό. Βέβαια, με την ανησυχία για την εξέλιξη της Κίνας να επιτείνεται και τη Βραζιλία και τη Ρωσία να βρίσκονται για δεύτερη συνεχή χρονιά σε ύφεση, οι αποδόσεις των επενδύσεων δεν αναμένεται σύντομα να αποκατασταθούν. Τέλος, κατά τη Morgan Stanley, η απόδοση των χρηματιστηρίων στις αναδυόμενες οικονομίες υστερεί των αντίστοιχων στις ανεπτυγμένες χώρες τα τελευταία πέντε χρόνια και τα εταιρικά κέρδη συρρικνώνονται επί τέσσερα και πλέον χρόνια.