ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κίνα: Φυγή κεφαλαίων ύψους 500 δισ. δολ. το 2015

kina-fygi-kefalaion-ypsoys-500-dis-dol-to-2015-2119364

Εχοντας από τα τέλη του περασμένου έτους ανακοινώσει, μέσω των κρατικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, ότι προτίθεται να υιοθετήσει πιο ευέλικτη νομισματική πολιτική, αλλά και να διευρύνει το δημοσιονομικό έλλειμμα της Κίνας, το Πεκίνο χορήγησε μια ιλιγγιώδη ένεση ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα της χώρας, 91,22 δισ. δολάρια, υπό τη μορφή βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων δανείων, που εξασφάλισαν επάρκεια ρευστότητας ενόψει του κινεζικού νέου έτους. Μερίδα αναλυτών έσπευσε να ερμηνεύσει την κίνηση ως ελιγμό για να αποφύγει μία ακόμη μείωση των επιτοκίων ή μία ακόμη χαλάρωση του ύψους αποθεματικού που οφείλουν να διατηρούν οι κινεζικές τράπεζες.

Μειώσεις επιτοκίων

Οικονομολόγοι όπως ο Γιανγκ Ζάο της Nomura θεωρούν βέβαιον ότι το Πεκίνο θα χαλαρώσει περαιτέρω το ύψος αποθεματικού για τις τράπεζες, ενδεχομένως έως και τέσσερις φορές μέσα στο νέο έτος, και πως θα προχωρήσει σε τουλάχιστον δύο ακόμη μειώσεις των επιτοκίων. Εχουν, όμως, προηγηθεί στη διάρκεια του 2015 πέντε μειώσεις και ίσως το Πεκίνο έχει κίνητρα να αποφύγει την επανάληψη των ίδιων κινήσεων. Αν, πάντως, επιχειρούσε μία ακόμη μείωση του ύψους αποθεματικού των τραπεζών από το υφιστάμενο όριο του 17,5% των καταθέσεων, θα διοχέτευε στην αγορά περίπου 678,5 δισ. γουάν, τονώνοντας άμεσα τον δανεισμό.

Η χορήγηση ρευστότητας αποτελεί, παράλληλα, αντίδραση στις μαζικές εκροές κεφαλαίων που έχουν σημειωθεί τελευταία, καθώς η Κίνα είχε την ίδια τύχη με τις αναδυόμενες οικονομίες και είδε τα κεφάλαια να την εγκαταλείπουν για να επιστρέψουν στις αναπτυγμένες οικονομίες της Δύσης. Ετσι στη διάρκεια του περασμένου έτους υπολογίζεται ότι εγκατέλειψαν την Κίνα 500 δισ. δολ., ποσό που ισοδυναμεί περίπου με το 13% του συνόλου των συναλλαγματικών της διαθεσίμων. Τα διαθέσιμά της μειώθηκαν κατά σχεδόν 108 δισ. δολ., μόνο στη διάρκεια του Δεκεμβρίου. Σήμερα τα συναλλαγματικά διαθέσιμα περιορίζονται σε 3,33 τρισ. δολ., δηλαδή βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών.