ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η υπερπροσφορά πετρελαίου απειλεί τα έσοδα των κρατών του Κόλπου

iran2

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μαζί με άλλες χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας Αραβικών Κρατών (GCC), συμπαραστάθηκαν στη Σαουδική Αραβία όταν το Ριάντ ανέστειλε τη λειτουργία της πρεσβείας του στην Τεχεράνη, στις αρχές Ιανουαρίου. Η ηγεσία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ), ωστόσο, δεν διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν αλλά περιόρισε τον αριθμό των διπλωματών, καθώς έχουν αναπτυχθεί εμπορικές διασυνδέσεις μεταξύ των δύο χωρών που αναμένεται να ενισχυθούν περαιτέρω μετά την άρση των κυρώσεων.

Νόμισμα με δύο όψεις

Μπορεί η εξέλιξη αυτή να αυξάνει τις πιέσεις στους προϋπολογισμούς των υπολοίπων αραβικών κρατών με εξάρτηση στο πετρέλαιο, αλλά ανοίγει νέες επενδυτικές ευκαιρίες σε άλλους κλάδους των οικονομιών τους. Είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις. Η είσοδος του Ιράν στην αγορά πετρελαίου, σε μια περίοδο που οι τιμές κυμαίνονται αρκετά πιο κάτω από τα 29 δολάρια το βαρέλι, είναι μια εξαιρετικά δυσάρεστη εξέλιξη για τις οικονομίες τους. Η υπερπροσφορά «μαύρου χρυσού», παγκοσμίως, απειλεί ήδη τα έσοδα των κρατών του Περσικού Κόλπου. «Είναι η πρώτη δημοσιονομική πρόκληση που αντιμετωπίζουν πάνω από μία 15ετία», παρατηρεί ο Ράζα Αγκχα, επικεφαλής οικονομολόγος για τη Μέση Ανατολή στην VTB Capital στο Λονδίνου.

Οι κυβερνήσεις των έξι κρατών-μελών του Συμβουλίου των Αραβικών Κρατών έχουν υιοθετήσει πρωτοφανή μέτρα για να περιορίσουν τις δαπάνες στα γενναιόδωρα συστήματα πρόνοιας, συμπεριλαμβανομένων πολύτιμων επιδοτήσεων στην κατανάλωση καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας. Εκτός των ριζοσπαστικών αλλαγών που δρομολογεί ο πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν της Σαουδικής Αραβίας, το Μπαχρέιν και το Ομάν έχουν αυξήσει τις τιμές των καυσίμων. Σε μείωση των κρατικών επιδοτήσεων έχουν προχωρήσει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. «Το πολιτικό συμβόλαιο ανάμεσα στους ηγέτες και τους πολίτες βασίζεται στην ευμάρεια και η οποιαδήποτε αναπροσαρμογή όλων αυτών των παροχών εμπεριέχει πολιτικό κίνδυνο», σχολιάζει ο Τόμπι Μάθιεσεν, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Οπότε, η επικείμενη είσοδος του Ιράν στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου με ημερήσια παραγωγή στα 500.000 βαρέλια προβληματίζει τις υπόλοιπες χώρες του Περσικού Κόλπου. «Οποιαδήποτε αύξηση στην παραγωγή πετρελαίου θα επιδεινώσει την κατάσταση», σχολίασε ο υπουργός Ενέργειας των ΗΑΕ, Σουχαΐλ αλ Μαζρούι. «Εχει το Ιράν το δικαίωμα να το κάνει; Και βέβαια. Αλλά δεν πρόκειται να βελτιώσει την κατάσταση».

Από την άλλη πλευρά, το Ιράν προσφέρει επιχειρηματικές ευκαιρίες για τις αραβικές χώρες που επιθυμούν να διαφοροποιηθούν από το πετρέλαιο. Η δρ Μόνικα Μάλικ, επικεφαλής οικονομολόγος της Abu Dhabi Commercial Bank, γράφει σε πρόσφατη ανάλυση πως μια ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας στο Ιράν θα έχει θετική επίδραση στα ΗΑΕ και ιδιαίτερα στο Ντουμπάι. Περίπου το 39% των εισαγωγών στο Ιράν προερχόταν το 2014 από τα ΗΑΕ. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αγορά εξαγωγών των ΗΑΕ μετά την Ινδία. Βασικοί εμπορικοί εταίροι του Ιράν είναι, επίσης, η Κίνα, η Ινδία, η Τουρκία και η Ιαπωνία.

Εμπορικές σχέσεις

Με την άρση των κυρώσεων αναμένεται να ενισχυθούν αυτές οι εμπορικές σχέσεις μαζί με την αύξηση της εγχώριας ζήτησης στο Ιράν. Αύξηση των εισαγωγών αναμένεται σε τομείς του μηχανολογικού εξοπλισμού, στις κατασκευές, στα βιομηχανικά εμπορεύματα, στα τρόφιμα και στα καταναλωτικά προϊόντα. Πέραν τούτου, ο τουρισμός και ο κλάδος παροχής υπηρεσιών θα βοηθήσουν, επίσης, τα ΗΑΕ. Ο Χαμάντ αλ Αουάντι, μέλος του Βιομηχανικού και Εμπορικού Επιμελητηρίου του Αμπου Ντάμπι, θεωρεί πως η συμφωνία του Ιράν με τη Δύση είναι «ευκαιρία». Το Ιράν είναι μια «διψασμένη αγορά».