ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το μεγάλο στοίχημα της ιρανικής ηγεσίας

to-megalo-stoichima-tis-iranikis-igesias-2119459

Η άρση των σχετιζόμενων με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν κυρώσεων είναι ιστορική και δύναται να αλλάξει τους συσχετισμούς σε τουλάχιστον τρία επίπεδα: το εσωτερικό, το περιφερειακό και το ενεργειακό.

Ως προς το πρώτο, στις επικείμενες κοινοβουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου, ο μετριοπαθής πρόεδρος Ροχανί προσδοκά σε οφέλη και υποχώρηση των σκληροπυρηνικών. Επιθυμεί, έτσι, αφενός να προνοήσει για την απαρέγκλιτη τήρηση των συμφωνηθέντων (προφανώς καραδοκούν αμφισβητίες εντός και εκτός χώρας), αφετέρου να προωθήσει μια πιο «εκλεπτυσμένη» εξωτερική πολιτική αλλά και διαρθρωτικές αλλαγές για την προσέλκυση κεφαλαίων. Η απελευθέρωση των ιρανικών παγωμένων κεφαλαίων ύψους περίπου 100 δισ. δολ. δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, ενώ και η εναρμόνιση των τραπεζικών συστημάτων θα απαιτήσει χρόνο. Πάντως, συνυπολογίζοντας το μέγεθος της χώρας, τον πλούτο σε πρώτες ύλες και το χαμηλότερο –συγκριτικά– κόστος παροχής υπηρεσιών, θα προκύψουν ευκαιρίες επιχειρηματικών συμπράξεων και άμεσων ξένων επενδύσεων, προκειμένου η Τεχεράνη να ενσωματωθεί σταδιακά στο διεθνές οικονομικό σύστημα.

Υπογραμμίζεται ότι η τελευταία διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλες αγορές, που μπορεί να υποχωρήσουν σταδιακά (βλ. Τουρκία), συνεπώς, αν οι συνέργειες έχουν εξαγωγικό χαρακτήρα και είναι βιώσιμες, θα καλλιεργηθεί συστηματική σχέση με τον «έξω κόσμο». Από την άλλη, το οικονομικό κίνητρο ενδεχομένως να θέσει σε δεύτερη μοίρα κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ώστε να μην κοντραριστούν σε αυτή τη φάση η προοδευτικότερη με τη συντηρητικότερη τάση. Μάλιστα, η προσδοκία πως η άρση των κυρώσεων περίπου αυτόματα θα ενδυναμώσει τους φιλελεύθερους κύκλους είναι υπερεκτιμημένη, αν όχι αφελής.

Στο περιφερειακό πεδίο, το Ιράν προσβλέπει σε ολική επαναφορά. Αποτελεί πλέον βασικό συνομιλητή για το μέλλον της Συρίας, ελέγχει την κυβέρνηση της Βαγδάτης, στηρίζει τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με το σιιτικό στοιχείο στην ευρύτερη περιοχή. Η επαναπροσέγγιση με τη Δύση το αναδεικνύει σε πόλο ισχύος, «κλείνει» προσωρινά μια εστία έντασης, εντούτοις, ο στρατηγικός του προσανατολισμός δύσκολα θα διαφοροποιηθεί. Πιθανότατα το επόμενο διάστημα θα δούμε έναν συνδυασμό πραγματισμού, μεγαλύτερης ευελιξίας και διάθεσης σχετικής προσαρμογής, χωρίς, όμως, αποστασιοποίηση από ιδεολογικές αρχές και «επαναστατικές» επιδιώξεις. Μέχρι σήμερα, Τεχεράνη και Ριάντ παραπέμπουν σε «πυρομανείς πυροσβέστες», εφόσον διεξάγουν πολέμους διά αντιπροσώπων σε μια σειρά από μέτωπα, με την Υεμένη να αθροίζεται τελευταία στην αριθμητική αστάθειας. Και αν στο τρίγωνο Συρία-Ιράκ-ISIS η συμβολή του Ιράν μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για ΗΠΑ και Ε.Ε., η εξεύρεση κοινών παρανομαστών με τις σουνιτικές δυνάμεις της περιοχής μοιάζει εξαιρετικά αμφίβολη. Εξίσου αβέβαιη προσώρας είναι και η πορεία προς μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας, με εκατέρωθεν συμβιβασμούς, μικρότερη ανάμειξη στο εσωτερικό τρίτων κρατών και «θεσμικότερες» παρεμβάσεις.

Στον τομέα της ενέργειας, κατέχοντας τα 2α και τα 4α αντίστοιχα μεγαλύτερα αποθέματα αερίου και πετρελαίου και δεδομένου του χαμηλού κόστους εξόρυξης στα περισσότερα πεδία, ο ρόλος της Τεχεράνης είναι αποφασιστικός. Βέβαια, το τεράστιο πλήγμα που επέφεραν οι κυρώσεις στην ενεργειακή βιομηχανία, οι λειτουργικές στρεβλώσεις και η ανάγκη εκσυγχρονισμού υποδομών και δικτύων εκτοξεύουν το κόστος επενδύσεων σε δεκάδες δισ. δολ. Ως προς την Ευρώπη, η ζήτηση και οι προσφερόμενες τιμές θα κρίνουν εν πολλοίς την τροφοδοσία από το Ιράν, το οποίο καλείται να προσαρμοστεί σε συνθήκες «συνωστισμού» προμηθευτών, υπερπροσφοράς προϊόντος και υποτονικής οικονομικής ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα. Εναλλακτικοί τροφοδότες φυσικού αερίου (ειδικότερα Ισραήλ – Κύπρος), αν διατηρηθούν επί μακρόν οι τωρινές τάσεις, θα επηρεαστούν αρνητικά από τη συμμετοχή της Τεχεράνης σε νέα «ευρωπαϊκά» projects, τα οποία, ωστόσο, πρέπει να κατοχυρώσουν ασφαλείς και αξιόπιστες οδεύσεις. Το στοίχημα για την ιρανική ηγεσία είναι να καταστήσει τα συμβόλαιά της ανταγωνιστικά, να ανακτήσει μερίδιο της αγοράς, να αναβαθμιστεί γεωπολιτικά και συνάμα να αποκομίσει απτά οικονομικά οφέλη –εν μέσω θεαματικής πτώσης των τιμών– προκειμένου να δικαιολογηθεί και στο εσωτερικό η «θυσία» μέρους του πυρηνικού προγράμματος. Για τεχνικούς και πρακτικούς λόγους, αρχικά θα δοθεί έμφαση στις εξαγωγές πετρελαίου και εν συνεχεία θα ακολουθήσουν οι αντίστοιχες αερίου.

Η πρόσφατη συμφωνία «αγοράζει» χρόνο, αποκλιμακώνει κάπως τις εντάσεις στις σχέσεις Δύσης – Ιράν, ανοίγει μια μεγάλη αγορά και δημιουργεί συνθήκες μελλοντικών αλληλεξαρτήσεων, με απώτερο στόχο ευρύτερες συγκλίσεις – παρά τις τωρινές χαώδεις διαφορές. Επί της ουσίας, εγκαινιάζει μια μακρά διαδικασία που όσο δύσκολα θα επισφραγιστεί άλλο τόσο εύκολα μπορεί να εκτροχιαστεί.

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.