ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προς συνεργασία Ρωσίας και ΟΠΕΚ για μείωση παραγωγής

opec--2

Οι επαφές ανάμεσα στο Ριάντ και τη Μόσχα ήταν ο παράγοντας που αντέστρεψε κάπως το κλίμα στην αγορά πετρελαίου, αναθερμαίνοντας τις προσδοκίες για μια συμφωνία μείωσης της παραγωγής ανάμεσα στις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες εντός και εκτός ΟΠΕΚ. Οδήγησε, έτσι, σε ανάκαμψη των τιμών έως και κατά 7% και προσωρινά σε επίπεδα πάνω και από τα 36 δολάρια το βαρέλι. Και ενώ η προσδοκία φαίνεται πως μένει ζωντανή εν αναμονή των νέων επαφών της Ρωσίας με τον αραβικό κόσμο, αναλυτές της αγοράς και μεγάλες τράπεζες την θεωρούν μάλλον ανεδαφική.

Καθοριστική ήταν η δήλωση του Ρώσου υπουργού Ενέργειας, Αλεξάντερ Νόβακ, ότι οι πετρελαιοπαραγωγοί χώρες εντός και εκτός ΟΠΕΚ εξετάζουν μείωση της παραγωγής κατά 5%. Ακολούθησε η ανακοίνωση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, ότι τον Φεβρουάριο θα μεταβεί στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν με πρωταρχικό θέμα συζήτησης την κατάσταση στην αγορά πετρελαίου, αλλά και η διαβεβαίωση του αντιπροέδρου της ρωσικής κυβέρνησης, Αρκάντι Νβορκόβιτς, πως η Ρωσία βρίσκεται σε συνεχή επαφή με άλλες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες. Οπως σχολίασε σχετικά η επενδυτική Jefferies, που δεν θεωρεί ρεαλιστική την προσδοκία για συμφωνία, «μια μείωση της παραγωγής κατά 5% μόνον από τη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία θα επαρκούσε για να επαναφέρει την αγορά σε ισορροπία». Και βέβαια η προσδοκία αφορά τις δύο αυτές χώρες όχι μόνον εξαιτίας του μεγάλου όγκου της παραγωγής τους, αλλά και επειδή το Ριάντ έχει θέσει ως όρο για τη μείωση της παραγωγής στον ΟΠΕΚ τη συνεργασία τρίτων χωρών και κυρίως της Ρωσίας. Την ίδια στιγμή, όμως, η Barclays εκφράζει εντονότατες επιφυλάξεις για το κατά πόσον οι επαφές της Ρωσίας με τον αραβικό κόσμο μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστικές μειώσεις της παραγωγής και δεν τις θεωρεί «τίποτε περισσότερο από μια προσπάθεια να αλλάξει το κλίμα στην αγορά». Παράλληλα, η εταιρεία αναλύσεων της αγοράς Edison Investment αναθεώρησε επί τα χείρω τις προβλέψεις της για το πώς θα διαμορφωθούν οι τιμές του «μαύρου χρυσού» το 2016, θέτοντας τώρα ως ρεαλιστική προοπτική τα 40 δολάρια το βαρέλι από την προηγούμενη εκτίμηση για 60 δολάρια το βαρέλι.

Το ίδιο έκανε και η J.P. Morgan Chase, που υποβάθμισε την πρόβλεψή της για το Brent σε έναν μέσον όρο 31,50 δολαρίων το βαρέλι για το 2016 από τα 51,50 δολάρια που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση, καθώς και η Credit Suisse, που τώρα το βλέπει στα 36,25 δολάρια το βαρέλι, ενώ μόλις τον Σεπτέμβριο μιλούσε για 58 δολάρια το βαρέλι. Σε ό,τι αφορά τον καίριο πλέον παράγοντα, την παραγωγή του Ιράν, πηγές της Τεχεράνης αναφέρουν πως ήδη έχουν αυξηθεί οι εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου σε ετήσια βάση κατά περισσότερο από το 1/5 τον Ιανουάριο και το ίδιο θα συνεχισθεί και τον Φεβρουάριο.