ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η πτώση της μεσαίας τάξης στις ΗΠΑ

usa1

Ενα νοικοκυριό στη μεσαία τάξη των ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, όπως σήμερα, διέθετε πλυντήριο πιάτων, σύστημα κλιματισμού, τηλέφωνο και αυτοκίνητο. Το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί, αλλά δεν υπήρχαν μεγάλες διαφορές για να διαφοροποιούν την καθημερινότητα στο σύνολό της από σήμερα. Τα περισσότερα νοικοκυριά είχαν τηλεοράσεις και βίντεο.

Εκατομμύρια άτομα εργάζονταν στο κέντρο των πόλεων και έμεναν στα προάστια, χρησιμοποιώντας τους αυτοκινητοδρόμους για τις καθημερινές μετακινήσεις τους. Ο μέσος όρος ζωής ήταν τα 70 έτη, δηλαδή μόνον μία οκταετία λιγότερο σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα.

Εν τούτοις, μια πεντηκονταετία πιο πριν οι συνθήκες διαβίωσης ήταν αρκετά πιο διαφορετικές. Τότε, λιγότερο από το ήμισυ του πληθυσμού στις ΗΠΑ ζούσε στις πόλεις. Αν και το Model Τ της αυτοκινητοβιομηχανίας Ford μόλις έβγαινε στη γραμμή παραγωγής, οι Αμερικανοί μετακινούνταν με άμαξες σε βρόμικους δρόμους. Δεν υπήρχαν ψυγεία ή τηλεοράσεις. Οι περισσότερες κατοικίες δεν διάθεταν καν δίκτυα ηλεκτροδότησης. Ο μέσος όρος ζωής σταματούσε στην ηλικία των 53 ετών.

Σήμερα οι Αμερικανοί αρέσκονται στη σκέψη πως βιώνουν μια εποχή ανεπανάληπτων και ραγδαίων αλλαγών, όπως συνέβαινε τη δεκαετία του 1960 σε σχέση με μία πεντηκονταετία πιο πριν. Ωστόσο οι αλλαγές σήμερα δεν είναι τόσο κομβικές.

Η ιδέα ότι οι καλύτερες ημέρες των Αμερικανών ανήκουν στο παρελθόν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον κόσμο της τεχνολογίας στη Σίλικον Βάλεϊ, όπου ευδοκιμούν οι καινοτόμες εταιρείες με τις τολμηρές επιχειρηματικές ιδέες. Ωστόσο η αντίθεση αυτή αποτελεί σημείο αιχμής στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ. Και θα αναδειχθεί αναγκαστικά ως πρωταγωνιστικό θέμα στις συζητήσεις για το μέλλον της χώρας. Ο Ρόμπερτ Γκόρντον, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Νόρθγουεστερν, έχει αναπτύξει αυτήν τη θεωρία σε σειρά μελετών τα τελευταία χρόνια, οι οποίες ενσωματώθηκαν στο βιβλίο «Η άνοδος και η πτώση της αμερικανικής ανάπτυξης».

Οπως αναφέρει στο βιβλίο του για την εξέλιξη των συνθηκών διαβίωσης στις ΗΠΑ, από τον Εμφύλιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, η καινοτομία μέσα στην επόμενη 40ετία θα ακολουθήσει τους ίδιους ρυθμούς με σήμερα.

Παρά τη μεγάλη πρόοδο που σημειώθηκε στην εποχή του διαδικτύου, η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών –που ενσωματώνει τη συνεισφορά της καινοτομίας στην παραγωγικότητα– ενισχύθηκε μόνο κατά ένα τρίτο σε σχέση με τα δεδομένα των προηγούμενων πέντε δεκαετιών.

Αυτό δεν είναι το χειρότερο κομμάτι της ιστορίας. Το εργατικό δυναμικό θα εξακολουθεί να μειώνεται, καθώς η μεταπολεμική γενιά θα αποσύρεται για να συνταξιοδοτηθεί, και θα αποκλιμακωθεί η προσφορά εργασίας από το γυναικείο φύλο. Τα οφέλη από τον χώρο της παιδείας, η οποία υπήρξε κινητήριος δύναμη στην αύξηση της παραγωγικότητας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, θα είναι λιγοστά.

Επιπροσθέτως, η συρρίκνωση των εισοδημάτων σημαίνει πως όποιος και εάν είναι ο ρυθμός ανάπτυξης στην οικονομία δεν θα έχουν όλοι τις ίδιες απολαβές σε ευρεία εισοδηματική βάση. Ο καθηγητής Γκόρντον καταλήγει στο συμπέρασμα πως το διαθέσιμο εισόδημα στο 99% των χαμηλότερων κλιμακίων του πληθυσμού έχει αυξηθεί κατά 2% σε ετήσια βάση, από τα τέλη του 19ου αιώνα. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες θα ενισχυθεί σε ποσοστό λίγο πάνω από το μηδέν.

Tα συμπεράσματα του καθηγητή Γκόρντον δεν είναι αλάνθαστα. Οι οικονομολόγοι συμφωνούν πως θα υπάρξει επιβράδυνση της ανάπτυξης στο μέλλον, λόγω του δημογραφικού προβλήματος, της παιδείας και της κατανομής εισοδήματος. Αλλά η επιβράδυνση στην παραγωγικότητα τα τελευταία χρόνια αποδίδεται και στις συνέπειες από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-09, που είναι μεμονωμένο γεγονός.

Παρ’ όλα αυτά, μια απαισιόδοξη θεώρηση των πραγμάτων έχει αποδειχθεί λανθασμένη από τα γεγονότα που ακολούθησαν, με την οικονομική ζωή να παρουσιάζει πρόοδο. «Για λόγους που δεν κατανόησα ποτέ, οι άνθρωποι αρέσκονται στις θεωρίες καταστροφής», επισημαίνει ο οικονομικός ιστορικός Ντιέρντε ΜακΚλάσκι του Πανεπιστημίου του Ιλινόις στο Σικάγο των ΗΠΑ. «Ωστόσο αυτή η απαισιοδοξία δεν επιβεβαιώθηκε από την πορεία του σύγχρονου οικονομικού κόσμου», προσθέτει ο ίδιος. «Με θέα τη Σίλικον Βάλεϊ, όλοι νιώθουν πλούσιοι στον κόσμο της τεχνολογίας», παρατηρεί ο Λόρενς Κατζ του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

«Κατά πάσα πιθανότητα, τα πράγματα βελτιώνονται εκεί». Αλλά δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς κάτι ανάλογο για τους υπολοίπους.