ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μεταναστευτική κρίση, κινεζική επιβράδυνση επηρεάζουν την Ευρώπη

05s23provlkomision

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Δύο καινούργιοι παράγοντες μπαίνουν αποφασιστικά στις χειμερινές οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η μείωση στις εξαγωγές της Κίνας και οι έλεγχοι στα εσωτερικά σύνορα της Ευρώπης λόγω μεταναστευτικού είναι οι δύο νέες παράμετροι που εμποδίζουν την ανάπτυξη στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τη χειμερινή έκθεση που παρουσίασε η Κομισιόν, η πρόβλεψη για ανάπτυξη το 2016 μειώθηκε στο 1,7% του ΑΕΠ, από 1,8% τον Νοέμβριο, παρόλο που η ευρωπαϊκή οικονομία έχει μια σειρά από παράγοντες που την υποστηρίζουν, όπως οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου, το αδύναμο ευρώ και τα χαμηλά επιτόκια, τα οποία έχουν βοηθήσει τις εξαγωγές και την κατανάλωση. Παρά τους παραπάνω ευνοϊκούς παράγοντες, οι επενδύσεις στην Ευρώπη παραμένουν περιορισμένες, κυρίως εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας σε μια σειρά από κράτη-μέλη και των υψηλών χρεών.

Ομως, στη χθεσινή έκθεση γίνεται ξεκάθαρο ότι οι πιθανότητες τα πράγματα να εξελιχθούν χειρότερα από τις τωρινές προβλέψεις είναι περισσότερες από το να εξελιχθούν καλύτερα.

Οσον αφορά τη μεταναστευτική κρίση, η έκθεση δίνει ανάμεικτη εικόνα για το πώς μπορεί να επηρεάσει την οικονομική πορεία της Ε.Ε. Από τη μια, οι συνοριακοί έλεγχοι σε μια σειρά από χώρες, όπως Γερμανία, Αυστρία, Δανία, Γαλλία και Σουηδία, δημιουργούν προβλήματα και στην κίνηση εμπορευμάτων, αλλά και σε οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα εκτός συνόρων, και αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό ρίσκο, ειδικά αν υπάρχει αύξηση των μεταναστευτικών ροών μέσα στο 2016. «Μια περαιτέρω αναστολή της Συμφωνίας του Σένγκεν και των μέτρων που θέτουν σε κίνδυνο τα επιτεύγματα της εσωτερικής αγοράς θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη», αναφέρεται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Συγχρόνως, σημειώνεται ότι πολλές χώρες υποχρεώθηκαν να κάνουν μια σειρά από δαπάνες που δεν ήταν προγραμματισμένες, όπως ιδιαίτερα αυξημένες κοινωνικές υπηρεσίες, ενώ τονίζεται ότι το αυξανόμενο αντιμεταναστευτικό αίσθημα και το ενδεχόμενο επιβολής περισσότερων συνοριακών ελέγχων θα μπορούσαν να καθυστερήσουν την ήδη ασθενή ανάκαμψη.

Δύο χώρες που χρειάζονται ιδιαίτερη μνεία στις οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι η Ιταλία και η Γαλλία, οι οποίες έχουν πρόβλημα με τους εθνικούς τους προϋπολογισμούς. Η Γαλλία πρέπει να καταφέρει να μειώσει το έλλειμμά της κάτω από 3% το 2017, και η πρόβλεψη αυτή τη στιγμή είναι στο 3,2%. Ο αρμόδιος επίτροπος τόνισε ότι η διαφορά βρίσκεται στο 0,2% και η απόκλιση δεν είναι μεγάλη.

Στην περίπτωση της Ιταλίας, ο πρωθυπουργός της χώρας, Ματέο Ρέντσι, έχει κάνει ολόκληρη καμπάνια για μεγαλύτερη ελαστικότητα στα σύμφωνα σταθερότητας και ανάπτυξης της Ε.Ε. και, ενώ ήδη κατάφερε να αποκτήσει 0,4% ευελιξία για τις μεταρρυθμίσεις που έκανε η Ρώμη, ζητεί ακόμη περισσότερη για τις περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, για το προσφυγικό ζήτημα, αλλά και για τις αναπτυξιακές επενδύσεις. «Οι υπηρεσίες μας εξετάζουν την πρόταση αυτή και θα δώσουν απαντήσεις τον Μάιο», είπε ο αρμόδιος επίτροπος Π. Μοσκοβισί. Η Ιταλία είναι η πρώτη χώρα που έχει «έκπτωση» στους στόχους της λόγω μεταρρυθμίσεων.

Συνεχίζει τη μάχη κατά αποπληθωρισμού η ΕΚΤ

Δηλώνοντας αποφασισμένος να αντιμετωπίσει εγκαίρως τον χαμηλό πληθωρισμό, ο επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, αναθέρμανε χθες τις προσδοκίες των αγορών για νέα χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής τον Μάρτιο, είτε με μια διεύρυνση του προγράμματος αγοράς ομολόγων είτε με νέα μείωση των επιτοκίων. Σε ομιλία του στη γερμανική Bundesbank και ενώπιον του σκληρότερου «γερακιού» της ΕΚΤ, του Γενς Βάιντμαν, ο κ. Ντράγκι τάχθηκε κατηγορηματικά κατά της αποδοχής ενός χαμηλότερου πληθωρισμού, διέψευσε τη φημολογία πως έχει εξαντληθεί το οπλοστάσιο της Τράπεζας και υπεραμύνθηκε της χρήσης αντισυμβατικών μέσων νομισματικής πολιτικής. «Οι κίνδυνοι που διατρέχουμε αν αντιδράσουμε πολύ καθυστερημένα είναι πολύ μεγαλύτεροι από τους κινδύνους μιας πολύ εσπευσμένης αντίδρασης», τόνισε ο κ. Ντράγκι και υπογράμμισε την αντίθεσή του με όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να γίνει αποδεκτός ένας μόνιμα χαμηλότερος πληθωρισμός.