ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας ενισχύουν την οικονομία και το κράτος πρόνοιας

ergazomeno

H απελευθέρωση της αγοράς εργασίας είναι μία από τις πιο σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε μια οικονομία, αλλά είναι δύσκολο να κατανοηθεί από τον κόσμο. Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται τα πορίσματα έρευνας που ενσωματώνει τις ακαμψίες στην αγορά εργασίας σε πάνω από 140 χώρες από τη δεκαετία του ’50.

Μέχρι σήμερα, οι έρευνες τείνουν να καλύπτουν μόνον τα 34 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ από τη δεκαετία του ’90.

Στην έρευνα αυτή προκύπτει το συμπέρασμα πως η απελευθέρωση του εμπορίου και το κατά κεφαλήν εισόδημα δίνουν μια πιο ολοκληρωμένη εξήγηση των δυναμικών σε μια αγορά εργασίας απ’ ό,τι οι «νομικές ρίζες» του θεσμικού τους πλαισίου, δηλαδή εάν μια αγορά διέπεται από το Κοινό Δίκαιο, όπως η Βρετανία, η Ιρλανδία, οι ΗΠΑ και η Κύπρος ή από το Αστικό Δίκαιο που ισχύει στη Γαλλία και την Ελλάδα. Μια άκαμπτη αγορά εργασίας επηρεάζει αρνητικά το κατά κεφαλήν εισόδημα. Παράλληλα, η απελευθέρωση του εμπορίου ενθαρρύνει τον προστατευτισμό στην αγορά εργασίας.

Η έρευνα καταλήγει, επίσης, στο συμπέρασμα ότι αν και η νομοθεσία στις αγορές εργασίας των ΗΠΑ, του Καναδά, της Νέας Ζηλανδίας και της Αυστραλίας παρουσιάζουν χαμηλή προστασία στην εργασία, παρατηρούνται δείγματα ακαμψίας τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Στην Ευρώπη, οι ακαμψίες στην εργατική νομοθεσία κορυφώνονται τη δεκαετία του ’90, ενώ έκτοτε έχουν ληφθεί δραστικά μέτρα στη Λατινική Αμερική για την απελευθέρωση των αγορών εργασίας. Εκπληξη προκαλεί το συμπέρασμα ότι η εργατική νομοθεσία παραμένει προστατευτική σε χώρες-μέλη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης αν και υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα κράτη που εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ενωση και τα υπόλοιπα που είναι εκτός.

Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις στην εργατική αγορά ενισχύουν τις επιδόσεις στον τομέα της πρόνοιας και την ευρύτερη οικονομία. Για παράδειγμα, αλλαγές που οδηγούν σε μείωση του κόστους των προσλήψεων και των απολύσεων ενθαρρύνουν τον διαχωρισμό των επαγγελμάτων, αυξάνουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας και βελτιώνουν τα «αντανακλαστικά» των εταιρειών σε περιόδους κρίσεων. Παράλληλα, όμως, οι μεταρρυθμίσεις αυτές μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες στην παραγωγικότητα μιας οικονομίας, ιδιαίτερα εάν η μείωση του κόστους των απολύσεων αποθαρρύνει επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό, στην έρευνα και στην ανάπτυξη που συνήθως πραγματοποιούν οι εταιρείες.

Οπότε δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί κατά πόσον η προστασία της απασχόλησης επηρεάζει την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα. Ο Φρίμαν συμπέρανε πως είναι αβέβαιη η επίδραση της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας στην ανάπτυξη και την παραγωγικότητα, ενώ η προστασία της απασχόλησης περιορίζει την ανισότητα των εισοδημάτων.

Υπάρχει, παράλληλα, η ερμηνεία του Μποτέρο και των συνεργατών του για τις ακαμψίες μιας αγοράς εργασίας με τη δημιουργία ενός δείκτη που περιλαμβάνει 85 χώρες. Καταλήγουν στο συμπέρασμα πως το Αστικό Δίκαιο σε μια χώρα όπως η Γαλλία διαμορφώνει ένα άκαμπτο και προστατευτικό πλαίσιο σε κάθε μορφή εργασίας σε σχέση με ένα θεσμικό πλαίσιο που στηρίζεται στο αγγλοσαξονικό Κοινό Δίκαιο.

Η έρευνα αυτή στηρίζεται σε έναν νέο δείκτη που ενσωματώνει τις ακαμψίες της αγοράς εργασίας σε πάνω από 140 χώρες από τη δεκαετία του ’50 έως την παραμονή της τελευταίας ύφεσης στις ΗΠΑ και περιλαμβάνει τον ανεπτυγμένο και τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας είναι περίπλοκες. Διαφέρουν από τη μια γεωγραφική περιοχή στην άλλη και από τον έναν κλάδο στον άλλον. Ομως, οι μεταρρυθμίσεις τείνουν να στηρίζονται και να επιτυγχάνουν επιθυμητά αποτελέσματα όταν συνδέονται με την απελευθέρωση του εμπορίου και την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας. Αν και δεν υπάρχει ένα ενιαίο πρότυπο που να ισχύει σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ακαμψίες στην αγορά εργασίας συσχετίζονται αρνητικά με το κατά κεφαλήν εισόδημα. Δεν είναι τυχαίο που οι πλουσιότερες χώρες τείνουν να έχουν πιο ευέλικτη εργατική νομοθεσία. Παράλληλα όμως οι ακαμψίες στην αγορά εργασίας συσσωρεύονται σε μια χώρα όταν πραγματοποιούνται σε μεταρρυθμίσεις στο εμπόριο. Οι χώρες που υιοθετούν ένα πιο φιλελεύθερο μοντέλο στο εμπόριο στρέφονται σε ένα πιο προστατευτικό εργατικό δίκαιο με περισσότερες ακαμψίες. Ενα ακόμη συμπέρασμα που ανακύπτει από την έρευνα είναι πως μια άκαμπτη αγορά εργασίας περιορίζει την ανισότητα των εισοδημάτων χωρίς να προκαλούνται επιπτώσεις στην ανάπτυξη μιας χώρας.

Οι μεταρρυθμίσεις στο εμπόριο επηρεάζουν περισσότερο τις ακαμψίες στην αγορά εργασίας. Κατ’ αρχάς, η έρευνα επικεντρώθηκε σε διαρθρωτικούς παράγοντες όπως το ποσοστό των πρώτων υλών στις εξαγωγές μιας χώρας, το ποσοστό του αγροτικού κλάδου στο ΑΕΠ, ο συντελεστής Gini για την εισοδηματική ανισότητα και το ποσοστό της εξωτερικής βοήθειας ως προς το ΑΕΠ. Εστίασε, παράλληλα, σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όπως η απελευθέρωση του κλάδου παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και τα δάνεια στον ιδιωτικό τομέα ως προς το ΑΕΠ. Συμπεριέλαβε πολιτικούς παράγοντες όπως είναι η δημοκρατία, οι δολοφονίες που αντικατοπτρίζουν συνθήκες πολιτικής αναταραχής και εμφυλίους πολέμους. Για μια λεπτομερή μελέτη των αγορών εργασίας δεν θα μπορούσαν να μη συμπεριληφθούν οικονομικοί συντελεστές που οδήγησαν σε μεγάλες κρίσεις και κατ’ επέκταση προκάλεσαν μεγάλο μεταρρυθμιστικό κύμα. Τέτοια παραδείγματα είναι οι κρίσεις χρέους, ο υψηλός πληθωρισμός, η ανεργία και ο βαθμός της επέκτασης ή της συρρίκνωσης του ΑΕΠ μιας χώρας. Σε κάθε περίπτωση, οι έρευνες πάνω στις ακαμψίες των αγορών εργασίας θα πρέπει να συνεχιστούν και να συσταθούν νέοι δείκτες που θα λαμβάνουν υπόψη τη δίκαιη και ντε φάκτο απελευθέρωση μιας αγοράς εργασίας.

* O κ. Nauro Campos είναι καθηγητής Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μπρουνέλ.
** Ο κ. Jeffrey B. Nugent είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα voxeu.org.