ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γαλλογερμανική πρόταση για υπουργείο Οικονομικών της Ευρωζώνης

trapezites

Την ιδέα ενός υπουργείου Οικονομικών της Ευρωζώνης, που εξετάσθηκε για πρώτη φορά το 2011 εν μέσω της κρίσης χρέους, επαναφέρουν τώρα οι κεντρικοί τραπεζίτες Γερμανίας και Γαλλίας, Γενς Βάιντμαν και Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό. Ο πρόεδρος της Bundesbank έσπευσε, βέβαια, να διευκρινίσει στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung ότι θεωρεί πολιτικά ανέφικτη προς το παρόν τη θέσπιση υπουργού Οικονομικών, τονίζοντας ότι δεν βλέπει «πλειοψηφία για κεντρική λύση στα προβλήματα διακυβέρνησης της Ευρωζώνης».

Ωστόσο, σε κοινό τους άρθρο με τίτλο «Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι», το οποίο δημοσιεύθηκε παράλληλα χθες στη γερμανική εφημερίδα Sueddeutsche Zeitung και στη γαλλική Le Monde, οι δύο κεντρικοί τραπεζίτες υποστηρίζουν πως το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση την επανεθνικοποίηση, αλλά με την ενίσχυση των θεμελίων της και υπογραμμίζουν την ανάγκη να προχωρήσει η Ευρωζώνη σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, στενότερη οικονομική ενοποίηση και βελτίωση της διακυβέρνησης.

Επισημαίνουν πως η ΕΚΤ δεν είναι σε θέση να προσφέρει βιώσιμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, «μολονότι η νομισματική πολιτική έχει κάνει πολλά για την οικονομία της Ευρωζώνης». Τονίζουν έτσι πως χρειάζονται και άλλες πολιτικές για την ενίσχυση της ευημερίας και της σταθερότητας στην Ευρωζώνη, και ειδικότερα «τρεις οικονομικοί πυλώνες: τα εθνικά διαρθρωτικά προγράμματα, μια φιλόδοξη χρηματοδοτική και επενδυτική ένωση και μια βελτιωμένη διακυβέρνηση». Υπενθυμίζουν ότι η κρίση χρέους υπονόμευσε την εμπιστοσύνη στη νομισματική ένωση και τονίζουν πως «η στενότερη ενοποίηση φαίνεται να είναι ο προφανής τρόπος για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, καθώς θα ευνοήσει την ανάπτυξη κοινής στρατηγικής για τα οικονομικά των κρατών και τις μεταρρυθμίσεις που θα προωθήσουν την ανάπτυξη».

Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδοτική και επενδυτική ένωση, χαρακτηρίζουν κατάλληλα βήματα το σχέδιο της Κομισιόν για την ένωση των κεφαλαιαγορών, το επενδυτικό σχέδιο του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, αλλά και την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης «από τη στιγμή που θα υπάρχουν οι προϋποθέσεις». Επισημαίνουν, μάλιστα, ότι οι πρωτοβουλίες αυτές δεν αρκούν αν εφαρμοσθούν μεμονωμένα, αλλά στο πλαίσιο μιας ενορχηστρωμένης «χρηματοδοτικής και επενδυτικής ένωσης θα μπορούν να διοχετεύσουν καλύτερα τις αποταμιεύσεις σε παραγωγικές επενδύσεις στην Ευρώπη». Δεν παραλείπουν, βέβαια, να υπογραμμίσουν πως η ανάγκη να συγκλίνουν εθνικές οικονομίες και εθνικοί προϋπολογισμοί «αναπόφευκτα προϋποθέτει την εκχώρηση περισσότερης εθνικής κυριαρχίας σε βάθος χρόνου».

Εφιστούν έτσι την προσοχή των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ότι θα κληθούν «να δεχθούν όλο και περισσότερο την από κοινού λήψη αποφάσεων επί θεμάτων δημοσιονομικής και οικονομική τους πολιτικής». Παράλληλα, προειδοποιούν πως, αν οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών-μελών αποφύγουν αυτήν την «πολιτική διάσταση της πλήρους ένωσης», θα διατηρηθεί μεν η εθνική κυριαρχία στους κόλπους της Ευρωζώνης, αλλά «με αναλόγως χαμηλότερο επίπεδο αλληλεγγύης». Υπενθυμίζεται ότι η ιδέα ενός υπουργείου Οικονομικών της Ευρωζώνης εμφανίστηκε σε έκθεση με αντικείμενο τη βελτίωση της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης που παρουσίασαν τον Ιούνιο του 2015 οι πρόεδροι της Κομισιόν, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Eurogroup, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ΕΚΤ έπειτα από σχετικό αίτημα των Ευρωπαίων ηγετών που διατυπώθηκε στη σύνοδο κορυφής του Οκτωβρίου του 2014.