ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Κομισιόν σφίγγει τον… φορολογικό κλοιό στις πολυεθνικές

komision1

H νέα νομοθεσία την οποία καταρτίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφορά τους πολυεθνικούς ομίλους με παρουσία στην Ε.Ε. και την υποχρέωσή τους να δημοσιοποιούν έσοδα και καταβληθέντες φόρους. Θα κατατεθεί ως προσχέδιο στις 12 Απριλίου και στόχο έχει να εξαναγκάσει τις εταιρείες να υιοθετήσουν στάση, που να υπαγορεύει μεγαλύτερη διαφάνεια, επισημαίνει σε σχετικό δημοσίευμά του ο Guardian. Ετσι, οι κολοσσοί τύπου Google, Amazon, Facebook και Apple θα πρέπει να δώσουν όλες τις λεπτομέρειες των συμφωνιών τις οποίες συνήψαν την τελευταία εικοσαετία με διάφορες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την παραχώρηση ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος. Επίσης, θα κληθούν να αποκαλύψουν τα κέρδη και τους φόρους τους οποίους αντιστοίχως καταβάλλουν στις επιμέρους χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπου δραστηριοποιούνται.

Επικαλούμενος ο Guardian τρεις υψηλόβαθμους Ευρωπαίους αξιωματούχους που γνωρίζουν τα τεκταινόμενα, ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν–Κλοντ Γιουνκέρ, τάσσεται υπέρ του εγχειρήματος. Σημειωτέον ότι ήταν πρωθυπουργός και υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου την περίοδο 1995-2009, οπότε και είχαν συναφθεί ευνοϊκές φορολογικές συμφωνίες της χώρας του με πολυεθνικές. Εχει ήδη διαμορφωθεί, πάντως, ένα πλαίσιο συναίνεσης, ώστε να εφαρμοστούν οι νέοι κανόνες στους παγκόσμιους κολοσσούς, συμπεριλαμβανομένων ευρωπαϊκών και αμερικανικών, όπως οι Google, Amazon, Facebook, Apple κ.λπ. Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο για το Χρέος και την Ανάπτυξη, μία ομπρέλα 46 οργανώσεων που ασχολούνται με την επίτευξη δικαιότερου φορολογικού συστήματος διεθνώς, επισημαίνει πως, εάν η νομοθεσία επιβληθεί μόνο σε μεγάλες εταιρείες με ετήσιο τζίρο 750 εκατ. ευρώ και άνω, το 85% των πολυεθνικών παγκοσμίως δεν θα θιγεί. Η δε οργάνωση Δίκτυο για τη Φορολογική Δικαιοσύνη χαιρέτισε την πρωτοβουλία της Ε.Ε.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, οι αρμόδιοι αξιωματούχοι ολοκληρώνουν την αξιολόγηση του αντικτύπου από τις μέχρι σήμερα πρακτικές των εταιρειών. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης έπεισαν και τους αμφισβητίες της Επιτροπής για την ανάγκη δημοσίευσης επιμέρους κερδών και φόρων. Τον Ιανουάριο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δέχθηκε δριμεία κριτική, όταν πρότεινε οι κολοσσοί να υποβάλλουν δήλωση εταιρικών εσόδων μόνο στις επιμέρους εθνικές οικονομικές υπηρεσίες της Ε.Ε., χωρίς, ωστόσο, να δημοσιοποιούν τα στοιχεία αυτά. Η νομοθεσία που αφορά το φορολογικό σύστημα απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη και των 28 κυβερνήσεων. Πάντως, οι νέοι κανόνες, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, μπορούν να τεθούν σε ισχύ με τροποποίηση υπαρχουσών οδηγιών και να ψηφιστούν με ειδική πλειοψηφία.

Το 2014 αποκαλύφθηκαν τα λεγόμενα αρχεία Luxleaks σχετικά με τις εκατοντάδες πολυεθνικές οι οποίες την τελευταία εικοσαετία εξασφάλισαν προνομιούχο μεταχείριση από την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου. Απέφυγαν έτσι οι επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων οι Pepsi, Ikea και FedEx, να καταβάλουν φόρους δισεκατομμυρίων ευρώ. Ηδη η αρμόδια επίτροπος Ανταγωνισμού, Μαργκρέτε Βεστάγκερ, έχει αποφανθεί για την ενοχή των Starbuckς και Fiat, οι οποίες, βάσει συμφωνιών σε Ολλανδία και Λουξεμβούργο αντίστοιχα, κατόρθωσαν να αποφύγουν καταβολές φόρου. Εδωσε δε εντολή να καταβάλουν από 30 εκατ. ευρώ η καθεμία σε μη καταβληθέντες φόρους, ενώ τον Ιανουάριο έδωσε εντολή σε 35 πολυεθνικές στο Βέλγιο να πληρώσουν για τον ίδιο λόγο 700 εκατ. ευρώ.

Στα 50-70 δισ. ετησίως η φοροδιαφυγή

Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πάταξη της φοροαποφυγής από κολοσσούς, που συζητήθηκαν στο Ευρωκοινοβούλιο στις 2 Φεβρουαρίου, στόχο έχουν να περιορίσουν το φαινόμενο αυτό. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. πληρώνουν 30% υψηλότερους φόρους από τις μεγάλες πολυεθνικές. Ωστόσο, οι προτάσεις της Κομισιόν αφήνουν πολλά περιθώρια στα κράτη-μέλη να αποφασίσουν για τις φορολογικές τους πολιτικές και δεν θίγουν αυτή καθαυτή την ανομοιογένεια των επιμέρους εθνικών πολιτικών. Εξού και οι περισσότερες ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου επέκριναν ως άτολμες τις πρωτοβουλίες της Κομισιόν. Αξίζει να σημειωθεί πως η ζημία από την παγκόσμια φοροαποφυγή κυμαίνεται από 100 έως 240 δισ. δολάρια τον χρόνο, βάσει υπολογισμών του ΟΟΣΑ. Το δε Ευρωκοινοβούλιο εκτιμά πως στην Ε.Ε. οι αντίστοιχες απώλειες κυμαίνονται ετησίως από 50 έως 70 δισ. ευρώ.