ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πανικός στις αγορές αλλά όχι κίνδυνος

10s26agores

Μετά τις μαζικές πωλήσεις μετοχών στα διεθνή χρηματιστήρια, θα πρέπει να επανέλθουμε σε μια αναλογία γνωστή από τα παλιά: εάν τεθεί σε λειτουργία ο αντιπυρικός συναγερμός σε ένα δωμάτιο με πολλά άτομα, αντιμετωπίζουμε δύο κινδύνους. Πρώτον, ίσως να πρόκειται για μια επικίνδυνη πυρκαγιά. Δεύτερον, ακόμα κι αν δεν είναι επικίνδυνη η φωτιά, ίσως, καθώς οι άνθρωποι θα διεμβολίζονται για να βρουν την έξοδο, να τραυματίσει ο ένας τον άλλον. Σχετικά με τον πρώτο κίνδυνο, δεν βλέπουμε να υπάρχει πιθανότητα σοβαρής πυρκαγιάς στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Αντιθέτως, τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη υποδηλώνουν μια συγκρατημένη και βιώσιμη ανάπτυξη. Αν και η επιβράδυνση της Κίνας και η κρίση στις αναδυόμενες οικονομίες επιφέρουν μια κάποια αδυναμία στη βιομηχανική δραστηριότητα –λόγου χάριν, η γερμανική βιομηχανική παραγωγή συρρικνώθηκε 0,9% σε τριμηνιαία βάση το τέταρτο τρίμηνο–, ωστόσο τα θεμελιώδη μεγέθη για την ιδιωτική κατανάλωση είναι θετικά. Στη Δύση οι νομισματικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, ενώ επικουρικά λειτουργεί στην Ευρωζώνη και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Επιπλέον, το φθηνό πετρέλαιο αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η απασχόληση ενισχύεται ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού.

Αναφορικά, τώρα, με τον δεύτερο κίνδυνο, οι μαζικές πωλήσεις μπορούν να εκληφθούν σχεδόν ως πανικός. Τέτοιες ευρείες κινήσεις στις αγορές ενδεχομένως να πλήξουν την εμπιστοσύνη και τις διακριτικές δαπάνες, ειδικά τα ασταθή τμήματα των εταιρικών επενδύσεων. Επιπροσθέτως, οι κινήσεις των αγορών σκληραίνουν τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες, επιφέροντας σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία. Ενας πανικός αυτός καθεαυτόν μπορεί να δημιουργήσει γεγονότα και να πλήξει τις μακροοικονομικές προοπτικές, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται βάσει των θεμελιωδών μεγεθών.

Οσες αγορές επικεντρώνονται στα αρνητικά δεδομένα μπορούν μετά να ερμηνεύσουν τη συνεπαγόμενη υποχώρηση των δεικτών οικονομικού κλίματος και τα δυσμενή οικονομικά στοιχεία ως δικαιολογία του πανικού πριν από την εκδήλωσή του και τα μεθεόρτια ως λόγο νέων μαζικών πωλήσεων. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε σφάλμα για δύο λόγους. Πρώτον, η πραγματική οικονομική βλάβη εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής αναταραχής συνήθως είναι πολύ πιο περιορισμένη εν συγκρίσει με το τι οι αγορές αξιολογούν όταν εισέρχονται σε συνθήκες πανικού. Δεύτερον, μέσα στα τελευταία οκτώ χρόνια οι πολιτικοί και οι κεντρικοί τραπεζίτες απέκτησαν μεγάλη εμπειρία στη διαχείριση χρηματοπιστωτικών κρίσεων και στη συγκράτηση των οικονομικών συνεπειών. Μπορούν πλέον πολύ καλύτερα να διακρίνουν μεταξύ αφενός της μοίρας των μεμονωμένων θεσμών και των συμμετόχων τους, αφετέρου των συστημικών κινδύνων οι οποίοι έχουν βαρύνουσα σημασία για την οικονομία εν γένει.

Υστερα από χρόνια πολύ φθηνού χρήματος, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις έχουν σωρεύσει σημαντικά διαθέσιμα σε ρευστό. Ως αποτέλεσμα διαθέτουν μεγαλύτερο «μαξιλάρι» έναντι των κραδασμών του χρηματοπιστωτικού συστήματος από ό,τι στο παρελθόν, οπότε και ο οικονομικός αντίκτυπος περιστέλλεται. Ενας από τους προβληματισμούς που θίγουν οι παράγοντες των αγορών είναι πως η νομισματική πολιτική πιθανώς να αποδειχθεί αδύναμη ή τουλάχιστον πολύ λιγότερο δυναμική από παλαιότερα. Ναι, όντως, η νομισματική πολιτική έχει τα όριά της, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να ανακόψει τελικά έναν πανικό στην αγορά ή ότι δεν μπορεί να επηρεάσει τον επιχειρηματικό κύκλο. Σε τελευταία ανάλυση, όσοι μπορούν να διοχετεύσουν ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αγοράσουν χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία όσο επιθετικά χρειάζεται είναι σε θέση να υπερβούν οποιαδήποτε εμπλοκή στον μηχανισμό εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής.

* Ο κ. Holger Schmieding είναι ανώτατος οικονομολόγος της Berenberg Bank.