ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αδύναμη η παγκόσμια οικονομία το 2016-17

an-illustrat

Ο ρυθμός ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας θα παραμείνει κάτω του 3% το 2016 και το 2017, λόγω της αποκλίνουσας τάσης μεταξύ των αναδυόμενων αγορών και των προηγμένων αγορών που θα σημειώσουν ισχνή ανάπτυξη της τάξεως του 2%. Το παγκόσμιο εμπόριο αναμένεται να βελτιωθεί με αργό ρυθμό το 2016 (0,9% σε αξία και 3,6% σε όγκο), καθώς οι τιμές θα παραμένουν ανασταλτικός παράγοντας, λόγω του τέλους του φθηνού δολαρίου, της πτώσης των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και της βραδύνουσας παγκόσμιας ζήτησης.

«Το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον θα παραμείνει υποτονικό τούς επόμενους μήνες», ανέφερε η κ. Ανα Μποάτα, οικονομολόγος της Euler Hermes, κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας στην Αθήνα.

Οι εκτιμήσεις της Euler Hermes, κορυφαίας εταιρείας στον κλάδο της ασφάλισης πιστώσεων, βλέπουν πολύ μικρή αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ για το 2016, το οποίο θα αντανακλά την οικονομική επιβράδυνση της Κίνας, τη διαρκή αστάθεια των αγορών, την περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων στις ΗΠΑ, την πτώση των τιμών των βασικών εμπορευμάτων, την αβεβαιότητα του παγκόσμιου πολιτικού περιβάλλοντος και την αύξηση των εταιρικών επισφαλειών (1% παγκοσμίως φέτος, η πρώτη αύξηση από το 2009). Τα συστατικά για αξιοσημείωτη παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη το 2016 απουσιάζουν. Παρ’ όλα αυτά, το 2016 φαίνεται να είναι η χρονιά της Ευρωζώνης, καθώς στις περισσότερες χώρες σημειώνεται ήπια ανάπτυξη και θα καταγραφεί ανάπτυξη της τάξεως του 1,7%, το υψηλότερο ποσοστό από το 2007.

Πρόβλεψη για Ελλάδα

Για την Ελλάδα, η κ. Ανα Μποάτα δήλωσε πως αναμένεται να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης κατά το δεύτερο μισό του 2016, οπότε τα capital controls αναμένονται να έχουν χαλαρώσει αισθητά. Παρ’ όλα αυτά, το ΑΕΠ θα παραμείνει σε πτώση το 2016 (-1%), καθώς αρκετοί είναι οι παράγοντες που έχουν αποδυναμώσει την ελληνική οικονομία: Τα capital controls επηρέασαν τις εμπορικές συναλλαγές (που επέστρεψαν στα επίπεδα του 2005) και στην ουσία ακύρωσαν την όποια θετική επίδραση των χαμηλών τιμών πετρελαίου στο λιανεμπόριο, η αδυναμία του εγχώριου τραπεζικού κλάδου περιόρισε τη δυνατότητα χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα και διατήρησε τα επιτόκια σε υψηλό επίπεδο (άνω του 5% για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις) σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη.