ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αντέχει στις πιέσεις η κινεζική οικονομία

gouan

Με τη χθεσινή ανατίμηση του γουάν αλλά και την είδηση της σημαντικής αύξησης των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Κίνα, η δεύτερη οικονομία στον κόσμο δείχνει να διατηρεί ακόμη τις αντοχές της. Η ανησυχία για την επιβράδυνσή της παραμένει, πάντως, καθώς τα τελευταία στοιχεία καταδεικνύουν κάμψη των εξαγωγών της, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών της βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας.

Τον Ιανουάριο ο ασιατικός οικονομικός γίγαντας προσέλκυσε άμεσες ξένες επενδύσεις ύψους 88,25 δισ. γουάν, ποσό αντίστοιχο των 13,42 δισ. δολαρίων. Πρόκειται για αύξηση 3,2% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους, ενώ στον τομέα των υπηρεσιών κατεγράφη αύξηση 5,7%.

Παράλληλα, το γουάν σημείωσε άνοδο 1,2%, τη μεγαλύτερη από τον Ιούλιο του 2005, οπότε άρχισε το Πεκίνο να χαλαρώνει σταδιακά τον αυστηρό έλεγχο στο νόμισμα και να προλειαίνει το έδαφος για μια μελλοντική ελεύθερη διακύμανσή του.

Είχε προηγηθεί, το Σαββατοκύριακο, φραστική στήριξη από τον διοικητή της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας Τζου Ξιατσουάν, που τόνισε ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω διολίσθηση του γουάν. Κατηγόρησε, άλλωστε, τις «κερδοσκοπικές δυνάμεις» που επιτίθενται στο νόμισμα. Εχει προηγηθεί φραστική αντιπαράθεση του Πεκίνου με τον μεγαλοεπενδυτή Τζορτζ Σόρος, ο οποίος τον Ιανουάριο προεξόφλησε περαιτέρω πτώση του γουάν και «ανώμαλη προσγείωση» της κινεζικής οικονομίας. Οι δηλώσεις του Ούγγρου μεγαλοεπενδυτή ερμηνεύθηκαν από το Πεκίνο ως ομολογία κερδοσκοπίας εις βάρος του κινεζικού νομίσματος που υποχωρούσε εκείνες τις ημέρες.

Η χθεσινή ανατίμηση, πάντως, έπεται ανόδου 0,9% που σημείωσε το νόμισμα την περασμένη εβδομάδα.

Ωστόσο το γουάν έχει συνολικά υποχωρήσει κατά 4,8% έναντι του δολαρίου από τα μέσα Αυγούστου, οπότε το Πεκίνο αποφάσισε να το υποτιμήσει κατά 2% σε μία ημέρα, προκαλώντας την υπεραντίδραση των αγορών συναλλάγματος, που το οδήγησαν σε περαιτέρω πτώση. Η σημαντική αυτή υποτίμηση δεν φαίνεται, όμως, να στηρίζει τις εξαγωγές της Κίνας, του «εργαστηρίου του κόσμου», όπως αποκλήθηκε όταν οι εξαγωγές της αυξάνονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Τον Ιανουάριο η αξία των εξαγωγών της σε δολάρια μειώθηκε κατά 11,2% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους, ενώ οι προβλέψεις μιλούσαν μόνον για υποχώρησή τους κατά 3,6%. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, άλλωστε, οι εισαγωγές της μειώθηκαν κατά 18,8%, ενώ οι προβλέψεις μιλούσαν για μείωση μόνον 1,8%.

Μιλώντας στους Financial Times, ο Ντονγκ Τάο, οικονομικός αναλυτής στην Credit Suisse στο Χονγκ Κονγκ, τόνισε πως «υπάρχει έλλειψη ζήτησης παγκοσμίως, και αυτήν αντανακλούν τα στατιστικά στοιχεία της Κίνας». Ο ίδιος υπογράμμισε πως δεν μειώνεται το μερίδιο της Κίνας στο παγκόσμιο εμπόριο, ούτε αντιμετωπίζει πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, ενώ προέβλεψε πως το Πεκίνο «θα προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να επαναφέρει την ανάπτυξη στα επιθυμητά επίπεδα». Επιβεβαιώνοντας, πάντως, όσους αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις επισφάλειες των κινεζικών τραπεζών, η Ρυθμιστική Αρχή Τραπεζών της Κίνας ανακοίνωσε χθες πως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιούνιο του 2006.

Τον Δεκέμβριο σημείωσαν αύξηση 51% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2014, και το ποσοστό τους στο σύνολο έφτασε στο 1,67%. Προ ημερών, ο ιδρυτής του Hayman Capital Management ανέφερε στους επενδυτές του ότι αν το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κίνας χάσει το 10% των περιουσιακών του στοιχείων, εξαιτίας των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα εξανεμισθούν τα περίπου 3,5 τρισ. δολάρια στα οποία ανέρχονται τα κεφάλαια των κινεζικών τραπεζών.