ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φοροαπαλλαγές ύψους 1,28 δισ. για RBS μέσω επενδύσεων στο σινεμά

rbs1

Φοροαπαλλαγές τουλάχιστον ενός δισ. στερλινών ή 1,28 δισ. ευρώ εξασφάλισε η Royal Bank of Scotland (RBS), εκμεταλλευόμενη ένα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς που ίσχυε στη Βρετανία από το 1998 μέχρι το 2007, με στόχο τη στήριξη της κινηματογραφικής βιομηχανίας στη χώρα. Οσο παράδοξο και αν φαίνεται, η RBS είχε δημιουργήσει πάνω από 25 εταιρείες που συμμετείχαν σε συμφωνίες «αγοράς και επαναμίσθωσης» κινηματογραφικών παραγωγών. Και σε αυτές τις κινηματογραφικές παραγωγές περιλαμβάνονται μεγάλες επιτυχίες όπως η 3η και 4η ταινία του Χάρι Πότερ, «Τροία», «Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας» και το «Batman Begins» του Κρίστοφερ Νόλαν. Μάλιστα, οι εταιρείες αυτές είναι ακόμη ενεργές και εξασφαλίζουν έσοδα για την RBS, η οποία δεν έχει καταβάλει φόρους από το 2008, όταν παρενέβη το βρετανικό κράτος για τη διάσωσή της με 45 δισ. στερλίνες.

Οπως σχολιάζει ο Τζόιλον Μάγκχαμ, δικηγόρος με ειδίκευση σε αυτές τις υποθέσεις, οι συναλλαγές ήταν προσχηματικές και πραγματοποιούνταν για σκοπούς φοροαποφυγής. Προσθέτει, ωστόσο, πως δεν ήταν ούτε παράνομες ούτε επιθετικές επιχειρηματικές κινήσεις. Δέκα από αυτές τις συμφωνίες ερευνώνται από τις βρετανικές φορολογικές αρχές, σύμφωνα με τα αρχεία των εταιρειών. Προκύπτει, δε, πως από το 2003 μέχρι το 2006, η RBS κατάφερε να αποφύγει ή να αναβάλει την καταβολή φόρων έως και ενός δισ. στερλινών.

Το 1997, η βρετανική κυβέρνηση υιοθέτησε μια σειρά από εκπτώσεις φόρων για να στηρίξει την ανάπτυξη της κινηματογραφικής βιομηχανίας στη χώρα. Στις επενδύσεις που έχρηζαν των εκπτώσεων φόρων ήταν οι συμφωνίες «αγοράς και επαναμίσθωσης», αλλά οι κανόνες έγιναν πιο αυστηροί από το 2007, καθώς διαπιστώθηκε πως ήταν αρκετοί που είχαν εκμεταλλευτεί «παραθυράκια» του νομοθετικού πλαισίου.

Ποιος ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισε η RBS; Θεωρητικά, η τράπεζα αγόραζε τα δικαιώματα μιας ολοκληρωμένης κινηματογραφικής παραγωγής και έπειτα την επαναμίσθωνε στα σινεμά, τα DVD κλαμπ, την τηλεόραση και το Διαδίκτυο. Τα κινηματογραφικά στούντιο κατέβαλλαν ένα πάγιο επί μια 15ετία ή 21ετία, το οποίο αποτελούσε δικλίδα ασφαλείας εάν η κινηματογραφική παραγωγή αποδεικνυόνταν ζημιογόνος. Η RBS μπορούσε να μειώσει το φορολογητέο εισόδημά της όσο το κόστος αγοράς της ταινίας και το στούντιο θα ελάμβανε μερίδιο 3% έως 12% του οφέλους αυτού για την εκχώρηση των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης της ταινίας. Το στούντιο δικαιούνταν, επίσης, επιστροφή μετρητών εάν η ταινία χρησιμοποιούνταν για άλλες επενδύσεις, όπως μια θεατρική παραγωγή. «Η διαθεσιμότητα όλων αυτών των συμφωνιών στις αρχές της δεκαετίας του ’00 έδινε τη δυνατότητα να δρομολογηθούν μεγάλες παραγωγές στη Βρετανία που διαφορετικά δεν θα προγραμματίζονταν ποτέ», δηλώνει η Ντέμπορα Λίνκολιν, εκπρόσωπος της Warner Bros.

Θεωρητικά, το φορολογικό πλαίσιο προσείλκυε επενδυτές, διότι τους προσέφερε τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν άμεσα το κεφάλαιό τους με τη μέθοδο του αναβαλλόμενου φόρου. Οι μεταγενέστερες, όμως, πληρωμές για την επαναμίσθωση των κινηματογραφικών παραγωγών φορολογούνταν κανονικά. Στην περίπτωση όμως της RBS, το καθεστώς ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό, διότι από το 2008 δεν έχει πληρώσει κανένα φόρο, επειδή έκτοτε δεν ήταν κερδοφόρα. Αναμένεται να ανακοινώσει ζημίες για ένατο διαδοχικό έτος το 2016, μειώνοντας και πάλι δραματικά τις πιθανότητες για την καταβολή μερίσματος στους μετόχους μέσα στο 2017. Η RBS αποτέλεσε ένα από τα πιο δραματικά κεφάλαια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, διότι υπήρξε ένας ακόμη τραπεζικός γίγαντας που αναγκάστηκε να περάσει στην κηδεμονία του κράτους για να επιβιώσει. Η κυβέρνηση των Εργατικών προχώρησε στην κρατικοποίησή της, προκειμένου να «αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα», όπως είχε δηλώσει ο τότε υπουργός Οικονομικών Αλιστερ Ντάρλινγκ. Μία από τις εταιρείες της RBS, οι συναλλαγές των οποίων ουδέποτε αναφέρθηκαν επίσημα από την τράπεζα, ήταν η P and A Productions που προσδιόριζε το κόστος επαναμίσθωσης στις 143 εκατ. στερλίνες, ενώ το πάγιο που καταβαλλόταν στα στούντιο ανέρχονταν στο 3% με 12% του κόστους παραγωγής και μπορεί να έφθανε το 20% για τις μεγάλες παραγωγές.