ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εντονη ανησυχία μαρτυρούν τα πρακτικά των ΕΚΤ και Fed

draghi1

Αυξημένες απειλές αντιμετωπίζουν οι οικονομίες της Ευρωζώνης και των ΗΠΑ, σύμφωνα με τα πρακτικά από την πιο πρόσφατη συνεδρίαση των κεντρικών τραπεζιτών τους.

Οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της ΕΚΤ και της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) εμφανίζονται μάλλον απαισιόδοξοι ή στην καλύτερη των περιπτώσεων αβέβαιοι για την πορεία της ανάπτυξης και του πληθωρισμού. Το γεγονός πολλαπλασιάζει τις ελπίδες των επενδυτών ότι η Φρανκφούρτη θα χαλαρώσει εκ νέου τη νομισματική της πολιτική, πιθανώς τον Μάρτιο και ότι η Ουάσιγκτον θα τηρήσει στάση αναμονής και δεν θα συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκια δανεισμού προτού λάβει περισσότερο ενθαρρυντικά στοιχεία από την πραγματική οικονομία.

Σύμφωνα με τα πρακτικά από τη συνεδρίαση του δ.σ. της ΕΚΤ τον Ιανουάριο, η πλειοψηφία των Ευρωπαίων κεντρικών τραπεζιτών εξέφρασε την άποψη πως έχουν αυξηθεί οι απειλές που αντιμετωπίζει η οικονομία της Ευρωζώνης (σε σχέση με τον Δεκέμβριο) και προέβλεψε ότι ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει κάτω από το μηδέν «για σειρά μηνών». Παράλληλα, πολλοί κεντρικοί τραπεζίτες εμφανίστηκαν ανήσυχοι ότι ο πολύ χαμηλός πληθωρισμός θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τον ήδη χαμηλό ρυθμό αύξησης των μισθών αλλά και γενικότερα τις τιμές, με αποτέλεσμα να εμφανιστεί φαύλος κύκλος αποπληθωρισμού, απειλή την οποία η ΕΚΤ θα ήθελε να αποφύγει. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές Συνθήκες, η ΕΚΤ είναι υποχρεωμένη να διατηρεί τη «σταθερότητα τιμών», δηλαδή να διατηρεί τον ετήσιο πληθωρισμό «κοντά αλλά κάτω από το 2%». Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει υποχωρήσει κάτω από το 2% από τις αρχές του 2013, κάτω από το 1% από τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, κάτω από το 0% από τον Οκτώβριο του 2014 μέχρι τον Μάρτιο του 2015 και έκτοτε κυμαίνεται πολύ κοντά στο 0%.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ κ. Μάριο Ντράγκι έχει δηλώσει από τις 21 Ιανουαρίου ότι στην επόμενη συνεδρίαση του δ.σ. στις 10 Μαρτίου οι κεντρικοί τραπεζίτες θα «επανεξετάσουν και ενδεχομένως θα αναθεωρήσουν» τα μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας. Οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές προβλέπουν ότι στη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου η ΕΚΤ θα μειώσει τουλάχιστον κατά 0,1% (στο -0,4%) το επιτόκιο καταθέσεων για τις τράπεζες και ότι θα αυξήσει, πιθανώς κατά 10 δισ. ευρώ στα 70 δισ. ευρώ, τις μηνιαίες αγορές ομολόγων στο πλαίσιο της ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει από τον Μάρτιο του 2015 με ρητό στόχο την ενίσχυση του πληθωρισμού και άρρητο στόχο την υποτίμηση του ευρώ ώστε να ενισχυθεί εκτός από τον πληθωρισμό (λόγω της υψηλότερης τιμής που θα έχουν τα εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες) και ο ρυθμός ανάπτυξης. Στα πρακτικά του Ιανουαρίου εκφράζεται η ανησυχία ότι «η διαρκής απόκλιση (από τον στόχο για τον πληθωρισμό) θα μπορούσε να ερμηνευτεί, λανθασμένα, ως απουσία θέλησης για ανάληψη δράσης ή ως έλλειψη αποτελεσματικότητας της νομισματικής πολιτικής». Δυστυχώς είναι υπαρκτοί αυτοί οι κίνδυνοι, παρά την αντίθεση άποψη της ΕΚΤ, δεδομένης της ανοιχτής αντίθεσης του Γερμανού κεντρικού τραπεζίτη και τουλάχιστον πέντε ακόμη συναδέλφων του στη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου στη λήψη ακόμη πιο ισχυρών μέτρων χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής και δεδομένης της αποτυχίας της ΕΚΤ να αυξήσει το επίπεδο του πληθωρισμού.

Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, οι Αμερικανοί κεντρικοί τραπεζίτες εκτίμησαν και αυτοί ότι έχουν αυξηθεί οι απειλές που αντιμετωπίζει η αμερικανική οικονομία εξαιτίας της αναταραχής στις αγορές, της μεγάλης πτώσης της τιμής των πρώτων υλών και της σύγχυσης που επικρατεί σχετικά με τη νομισματική πολιτική που ακολουθεί η Κίνα. Αρκετά από τα μέλη της επιτροπής (FOMC) που αποφασίζει το επίπεδο των αμερικανικών επιτοκίων δανεισμού είπαν ότι θα ήταν «συνετό» να περιμένουν την εμφάνιση περισσότερων στοιχείων που θα αποδεικνύουν ότι είναι αρκετά ισχυρή η αμερικανική οικονομία και ότι αυξάνεται ο πληθωρισμός προτού προχωρήσουν σε νέα αύξηση των επιτοκίων δανεισμού από το επίπεδο του 0,25%-0,50% όπου διαμορφώθηκαν. Η υποχώρηση των χρηματιστηρίων, η ανατίμηση του δολαρίου και η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης «δεν είναι σαφές πώς θα επηρεάσει την οικονομική δραστηριότητα, αλλά συμφώνησαν (σ.σ. οι κεντρικοί τραπεζίτες) ότι έχει αυξηθεί η αβεβαιότητα και πολλοί θεώρησαν ότι αυτές οι εξελίξεις αυξάνουν τις απειλές για χαμηλότερες επιδόσεις (της οικονομίας) στο μέλλον».