ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το παγκόσμιο χρέος είναι ανησυχητικά υψηλό

dollars1

Ενας από τους ηχηρότερους τριγμούς που ακούγονται αυτήν τη στιγμή στις αγορές προέρχεται από την παγκόσμια οικονομία, η οποία λυγίζει υπό το βάρος του χρέους. Από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, ο κόσμος συνέχισε να δανείζεται ασταμάτητα, προσθέτοντας χρέος ύψους σχεδόν 60 τρισ. δολαρίων από το 2007 έως το 2014 με το συνολικό του ύψος να φτάνει τα 200 τρισ. δολάρια ή τρεις φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ. Συχνά είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς ακριβή στοιχεία, ωστόσο, όπως και να το υπολογίσει κανείς, είναι αλήθεια ότι το ύψος του παγκόσμιου χρέους έχει προκαλέσει συναγερμό και ερωτήματα για το κατά πόσον βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας ακόμη οικονομικής κατάρρευσης εξαιτίας της συσσώρευσης υπερβολικού χρέους. Το πόσο μεγάλη θα μπορούσε να είναι η καταστροφή εξαρτάται από το πόσο καταστροφικός θα αποδεικνυόταν ένας νέος γύρος χρεοκοπιών και από το κατά πόσον η πρόκληση ζημιών σε ένα μέρος του κόσμου θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομικές ζημιές και σε άλλα. Αυτό είχε συμβεί στη διάρκεια των δύο τελευταίων κρίσεων, το 1998 και το 2008. Μετά την τελευταία κρίση οι επενδυτές άρχισαν να δανείζουν χρήματα στην Κίνα, στη Βραζιλία και σε άλλες αναδυόμενες αγορές ώστε να εκμεταλλευτούν τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξής τους και την ανάκαμψη των τιμών των εμπορευμάτων. Από το 2009 το ύψος του ιδιωτικού χρέους έχει αυξηθεί κατά μέσον όρο στις αναδυόμενες οικονομίες από το 75% του ΑΕΠ στο 125%, σύμφωνα με τη Διεθνή Τράπεζα Διακανονισμών (BIS). Σήμερα στην Κίνα και στη Βραζιλία το ύψος του ιδιωτικού χρέους ανέρχεται στο 200% του ΑΕΠ.

Οι περισσότεροι ανησυχούν σήμερα για τον εταιρικό τομέα της Κίνας, όπου μεγάλες ελεγχόμενες από το κράτος εταιρείες έχουν αυξήσει τα δάνεια που παίρνουν από μεγάλες ελεγχόμενες από το κράτος τράπεζες. Ο γνωστός επενδυτής Κάιλ Μπας έχει προειδοποιήσει τους πελάτες του ότι οι ζημίες των κινεζικών τραπεζών μπορεί να ανέλθουν στα 3,5 τρισ. δολάρια, δηλαδή να αποδειχτούν τέσσερις φορές υψηλότερες από τις ζημίες που είχαν υποστεί οι αμερικανικές τράπεζες στη διάρκεια της κρίσης του 2008. Το ερώτημα είναι κατά πόσον μια κρίση χρέους στην Κίνα θα μπορούσε να μεταδοθεί και σε άλλα μέρη του κόσμου. Οχι τόσο πολύ όσο θα νόμιζε κανείς, εξηγεί ο κ. Χάρι Μπρόντμαν, καθηγητής στο Ινστιτούτο Εξωτερικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς. Κατά τον Μπρόντμαν, στην περίπτωση της Κίνας δεν υφίστανται, τουλάχιστον όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό, οι μηχανισμοί μέσω των οποίων μεταδίδονται παραδοσιακά οι κρίσεις. Το γουάν δεν είναι ακόμη πλήρως μετατρέψιμο και το μεγαλύτερο μέρος του κινεζικού χρέους έχει εκδοθεί σε τοπικό νόμισμα, στοιχείο που περιορίζει τον κίνδυνο μετάδοσης μέσω των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Επίσης το μεγαλύτερο μέρος του χρέους στην Κίνα έχει δοθεί μέσω δανείων και όχι μέσω των αγορών ομολόγων. Στην περίπτωση των ομολόγων οι ζημίες μοιράζονται μεταξύ περισσότερων επενδυτών, αλλά αυξάνεται επίσης ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης διότι υπάρχουν περισσότερες συνδέσεις με τον εξωτερικό κόσμο.

Ολα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο εξωτερικός κόσμος είναι θωρακισμένος από την αυξανόμενη απειλή της κινεζικής βόμβας χρέους. Αντιθέτως η απειλή έχει αποκαλυφθεί πλήρως, καθώς η ανησυχία για την επιβράδυνση της οικονομίας έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή πτώση των μετοχών από την αρχή του έτους. Ωστόσο, ενώ στην κρίση του 2008 το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα αποδείχτηκε τόσο ισχυρό όσο ο πιο αδύναμος κρίκος του, στην περίπτωση της Κίνας ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Οσο είναι πρόθυμη η Κίνα να υποστηρίζει το τραπεζικό σύστημα της χώρας, τότε δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες να «παγώσει» η ρευστότητα όπως είχε συμβεί το 2008 με τις αμερικανικές τράπεζες, λέει ο κ. Ντέρεκ Σίζορς, ειδικός σε θέματα Κίνας στο American Enterprise Institute. «Μόλις μια τράπεζα ή μια εταιρεία αισθανθεί απειλή, τότε θα παρέμβει η κυβέρνηση. Οπότε αυτό που έχει σημασία είναι ο ισχυρότερος κρίκος». Το πρόβλημα, προσθέτει, είναι ότι η κινεζική κυβέρνηση ρίχνει χρήμα σε ένα λάκκο χωρίς πάτο, αντί να το επενδύει στην ανάπτυξη.